Η θάλασσα αγρίεψε
όταν της μίλησε τ'αγέρι
γιατί για "πάντα"της ορκίστηκε
Θα της κρατά το χέρι

Εκείνο δε φοβήθηκε
της χάϊδεψε το κύμα
το για "πάντα" της τραγούδησε
κι όλα πηγαίναν πρίμα

Το σύννεφο τους ζήλεψε
κι άρχισε να κλαίει
ποιός ξέρει το ξαστέρωμα
τι του'πε κι υποφέρει

Τ’αγέρι το λυπήθηκε
και του άγγιξε το χέρι
μα η θάλασσα σαν ζήλεψε
τα πάνω κάτω δεν άργησε να φέρει

Τ'αγέρι τι να πεί
και τι να εξηγήσει
το "πάντα" που ορκίστηκε
το είχε λησμονήσει

Χόρευαν οι τρεις κι έκλαιγαν
μέχρι της αυγής την φέξη
κι ο ήλιος τους πλησίασε
και ζέστανε την κάθε λέξη

Ξάφνου όλα σταμάτησαν
ηρέμησε η πλάση
το "πάντα" που ορκίστηκαν
τους είχε πια γελάσει.