two_faces

Δε με νοιάζει πια.

Είπες ότι θα το μετανιώσω. Είπες και τι δεν είπες. Άπλωσες τις λέξεις σου αυταρχικά σίγουρες. Με εκείνη την αυτοπεποίθηση που σε χαρακτήριζε από τότε που με πρωτογνώρισες. Δε με πληγώνεις πια. Δε με ενοχλείς πια. Ναι, αυτό περισσότερο συμβαίνει. Η ενόχλησή σου ασθενεί. Μηδενίζει.

Κάποτε άφηνα τον προσωπικό μου μηδενισμό να στέκει αντίκρυ σου και αυτό ήταν οκ. «Από εδώ η Αθηνούλα», έλεγες και προχώραγες πάντα πιο μπροστά αφήνοντάς με πίσω και το ήξερες πως το μισούσα όταν έβαζες τούτο το υποκοριστικό. Από εδώ η μικρούλα. Από εδώ η αδιάφορη. Από εδώ το σκυλάκι που σέρνω. Και σερνόμουν. Δίκιο.

Καθόμουν μαζεμένη στις γωνιές των καναπέδων στα μπαρ προσευχόμενη να καταφέρω να βυθιστώ μια για πάντα στην επόμενη δερμάτινη λακκούβα τους. Έτσι έκανα και στο μπάνιο σαν γυρνάγαμε από εκείνες τις βαρετές μας εξόδους που από μπαρ σε μπαρ δεν προλάβαινα ποτέ να αδειάσω το ποτήρι με το ποτό μου και με τράβαγες για κάπου αλλού. Βυθιζόμουν στην μπανιέρα, τα μαλλιά μου κυλούσαν απαλά μέσα και κολυμπούσαν, άφηνα μόνο τη μύτη μου έξω και έκλεινα τα μάτια σφιχτά, αφήνοντας να δραπετεύσουν από το πρόσωπο δάκρυα ανακατεμένα με μάσκαρα και σκιές από εκείνες που έβαζα για να σου αρέσω περισσότερο. Ή μάλλον για να σου αρέσω σκέτο. Πόσες φορές βούτηξα ολόκληρη και πόσες φορές πεταγόμουν όταν δεν άντεχα άλλο. Μου φαινόταν τόσο μαζοχιστική ετούτη η δειλία μου, που με μισούσα ακόμα περισσότερο.

Δε με νοιάζει πια.

Είπες ότι θα με νοιάξει. Ότι θα τρυπήσει το σώμα μου. Ότι θα λυγίσει το χέρι και θα σχηματίσει τον αριθμό σου σαν περάσεις το κατώφλι τούτο. Το πέρασες. Και; Κανένα δάχτυλο δε θέλησε να κάνει το οτιδήποτε. Μόνο σιωπή μου ζητούσαν τούτα τα δάχτυλα σαν ακουμπούσαν στα χείλια μου. Μια σιωπή που για κάποιο λόγο δε με θύμωνε πια, δε με μούδιαζε μα με ευχαριστούσε. Μέσα σε τούτη τη σιωπή, είναι που σε λογάριασα μικρότερο. Ξαφνικά το είδωλό σου στο είδωλό μου σαν κοίταζα στον καθρέφτη ασθενούσε. Μπορούσα και έβλεπα μια γυναίκα. Μια γυναίκα σκέτη. Χωρίς το λούρί.

Στην αρχή τρόμαξα. Η όψη μου αρρωστιάρικη. Ωχρή και λειψή. Μαλλιά κατάξανθα σχεδόν άσπρα. Τα κόκκαλά μου φαινόντουσαν παντού. Σε οποιοδήποτε σημείο και να κοιτούσα. Έβγαλα τα ρούχα μου και με κοίταξα. Με ένα ψαλίδι έκοψα τούτη την ξανθή αηδία. Τα ήθελες πάντα μακριά. Τα ήθελα πάντα κοντά. Το σώμα μου ζητούσε ζωή. Και εγώ του είχα μοιράσει θάνατο. Αν με πέταγες κάπου στην Αφρική, μόνο το λευκό χρώμα μου θα πρόδιδε το ψέμα μου ανάμεσα σε τούτα τα πεινασμένα πλάσματα. Γιατί και εγώ πεινασμένη ήμουν. Νηστική για χρόνια.

Δε με νοιάζει πια.

Δεν αγαπήθηκα και το ήξερα. Μα αυτό που δεν ήξερα ήταν ότι δεν είχα αγαπηθεί από εμένα την ίδια. Στη μπανιέρα καίω εντελώς χολιγουντιανά τα ρούχα σου και με ένα σκαμπό κάθομαι αντίκρυ και τα κοιτάζω για ώρες. Ξέρω ότι δε θα τα αναζητήσεις. Γεμάτες οι ντουλάπες σου από βραδινές μεταμφιέσεις. Έπαιζες όλους τους ρόλους και εγώ πάντα στο ίδιο ρολάκι ακολουθούσα κομπάρσος.

Μέσα μου γεννιέται μια γυναίκα επικίνδυνη που ζητά τα πάντα από την αρχή, χωρίς ερωτικές εκπτώσεις χωρίς παζάρια. Χωρίς εσένα!

Δε με νοιάζει(ς) πια…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!