Five o’clock, tea time για τον Εγγλέζο…

Πέντε η ώρα απόγευμα, καιρός για καφέ… για Πέρσα και Μυρσίνη.

Που σεισμός.

Που καταποντισμός.

Που κυκλώνας ή Δευτέρα Παρουσία (αυτό δεν το λέμε μετά βεβαιότητας), θα έπαιρναν τον μερακλήδικο καφέ τους, στην βεράντα είτε της μιας είτε της άλλης βρέξει χιονίσει, έχοντας για συντροφιά τους τον Κηλαηδόνη τον ιπτάμενο φιρφιρίκο φίλο τους καλλιτέχνη του άσματος.

 ‘’Τι αμαρτία και η δική μου Θεέ μου’’ σιγο ψιθύριζε κάθε φορά που άκουγε το πουλί να τραγουδάει μην όντας βέβαιη αν επρόκειτο για τραγούδι ή μοιρολόγι ή κλάμα έτσι όπως ήταν φυλακισμένο σε ένα, ναι μεν χρυσό κλουβί με άφθονη τροφή και δροσερό νεράκι από μια περίτεχνη ποτίστρα, αλλά όπως και αν το κάνουμε με τα φτερά του, που ήταν και χέρια και πόδια του, σε πλήρη αχρηστία. ’’Μα αν πάλι σε αφήσω και φύγεις, έτσι όπως είσαι μαθημένος στην φυλακή, θα γίνεις νόστιμος μεζές στο πρώτο αιλουροειδές που θα βρεθεί στο διάβα σου, κατακαημένο μου’’… παρηγορούταν η δεσμοφύλακας αυτής της ιδιότυπης φυλακής.

Μα τι έγινε σήμερα και άργησε η Δικαστίνα φίλη της ολόκληρα 38 δεύτερα; Ως και ο Κηλαηδόνης απορημένος δεν έβγαζε ούτε μία τρίλια, ενώ συνήθως δεν έβαζε γλώσσα στο ράμφος του μέσα… Άλλο και τούτο. Αυτή, ήταν μανιακή της ακρίβειας στα ραντεβού της, από φιλικά μέχρι κάποτε, επαγγελματικά.

Την ησυχία της απορίας διατάραξε μια στριγκλιά που ολοκληρώθηκε με μια εφιαλτική φράση: «Χριστιανοί τρεχάτε. Η βεράντα μου γέμισε ασώματες κεφαλές, Βοήθειααααα, σφαγείο, το μπαλκόνι μου».

Η Πέρσα τα ‘χασε. Αυτή που φημιζόταν για το φλέγμα της το Εγγλέζικο και το επίσης Εγγλέζικο cold blood της εκείνη τη στιγμή έχασε και την Ελληνική της ψυχραιμία ολωσδιόλου. Εδώ επρόκειτο για το alter ego της, για την Μυρσίνη της, που την αγαπούσε όσο και τα παιδιά της, ήταν οικογένειά της, ήταν τα πάντα της και τώρα καλούσε σε βοήθεια. Είναι να μην τρελαθεί;

Έριξε στην ξαφνικά κυρτωμένη πλάτη της την εσάρπα της και όρμησε στο διπλανό διαμέρισμα, χωρίς να χρειαστεί να κτυπήσει, αφού τα κλειδιά του ήταν μαζί με τα δικά της.

Όταν λέμε: ‘’από το φόβο της ένιωσε τις τρίχες του κεφαλιού της να σηκώνονται κάγκελο;’’ αυτό ακριβώς αντίκρισε στο εν είδει σκαντζόχοιρου κεφάλι τής δικαστίνας, που και το πρόσωπό της ήταν κίτρινο σαν το κερί.

Τρέμοντας και χωρίς να αρθρώσει λέξη ένευσε της Πέρσας προς βεράντα μεριά.

Πηγαίνοντας κατά κει η Πέρσα, το πρώτο πράγμα που είδε ήταν κατάχαμα διασκορπισμένα κουλουράκια κανέλας, τα αγαπημένα της, η σπεσιαλιτέ της αγαπημένης φίλης της, που θα της έφυγαν από τα χέρια, καθώς προφανώς τα έφερνε στης Πέρσας για τον καφέ τους.

Μηχανικά, έσκυψε και πήρε ένα, μην αντέχοντας στον πειρασμό και τότε είδε το αντικείμενο του τρόμου της Μυρσίνης που δεν ήταν άλλο από δύο ξανθά γυναικεία κεφάλια αποκομμένα από το κορμί τους και χωρίς ίχνος αίματος είτε πάνω τους είτε ολόγυρά τους.

Χωρίς φόβο σήκωσε τη μία κεφαλή και χαμογελώντας είπε: «Αχ βρε κοριτσάκι μου (‘’κοριτσάκι’’ τρόπος του λέγειν τώρα!), δεν είναι παρά δυο κέρινα ομοιώματα, όχι από τη συλλογή της μαντάμ Τισσό εν Λονδίνω, ή από την πιο κοντινή μας αυτή του Γιαννιώτη ΠαύλουΒρέλη, αλλά αυτής του καλού μας γείτονα του κυρ Μελέτη, σίγουρα, που ποτέ δεν θέλησες να δεις γιατί θα σού στοίχειωναν, καθώς έλεγες, τον ύπνο και τον ξύπνιο σου. Κοίτα όμως τέχνη που την έχουν,σαν αληθινά μοιάζουν.

»Και μέχρι εδώ καλά. Το ερώτημα που τίθεται και είναι σοβαρό, είναι το ΠΩΣ Βρέθηκαν ΕΔΩ, αφού όλοι ξέρουμε πόσο προσέχει τα έργα του ο κυρ Μελέτης και πώς τα φυλάσσει με κλιματισμούς με συναγερμούς και τα ρέστα. Λεςνα ‘παθε τίποτα ο άνθρωπος από κανέναν ληστή που καταφανώς δεν σεβάστηκε όχι μόνοντο έργο του μα πολύ φοβάμαι και τον ίδιο τον κυρ Μελέτη; Φασαρίες θα ‘χουμε φιλενάδα… και όχι μοναχά τούτο. Αυτό το ξεκόλλημα των κεφαλών από το σώμα και το απαξιωτικό τους πέταγμα στο μπαλκόνι σου κάτι θέλει να μας πει και να μας ομολογήσει. Μα να ‘ναι προειδοποίηση, μα να ‘ναι απειλή; δεν το γνωρίζω ακόμη, όχι βέβαια πως θα αργήσω να το μάθω, δεν πιστεύω να αμφιβάλλεις επ’ αυτού ε;»

Έπιασε προσεκτικά την άλλη ασώματη ξανθομαλλούσα κεφαλή, και θαύμασε πράγματι το κάλλος της. Φαντάστηκε με μιας το μοντέλο και απόρησε πώς υπάρχουν τέτοια καλλιτεχνήματα φυσικά και τεχνητά. Μα δεν ήταν αυτό που απασχολούσε τώρα την Ελληνίδα μις Μάρπλ.

«Λες Μυρσινάκι μου ο ‘’φονιάς’’ να θέλει να μας ειδοποιήσει για το τι μας περιμένει αν δεν σταματήσουμε να ασχολούμαστε με την τελευταία μας υπόθεση που την έχουμε προχωρήσει οι δυο μας ένα βήμα πάρα πάνω προς διαλεύκανση, από ό, τι η Ελληνική Αστυνομία; μα αφού με ξέρουν οχτροί και φίλοι. Θα άφηνα ποτέ εγώ υπόθεση να τελματωθεί, θα άφηνα;

Όμως ΟΦΕΙΛΩ ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΛΟΓΗΣΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΑΧΑ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΟ ΟΙ ΕΞΥΠΝΕΣ… Ο Κήπος του κακού γεμάτος από σπάνιας εξυπνάδας δέντρα, δεν είναι έτσι; Ποιανού οι καρποί θα είναι πιο εύγευστοι τελικά, μένει να το δούμε αργά ή γρήγορα».

Η Μυρσίνη, έχοντας αποκτήσει σχεδόν πλήρως την χαμένη της ψυχραιμία, έσκυψε και μηχανικά άρχισε να μαζεύει τα κουλουράκια και να τα τοποθετεί σε ένα πλεκτό καλαθάκι. Και βέβαια θα τα έτρωγαν, το δάπεδο του σπιτιού της δικαστίνας, ήταν πιο καθαρό από τα …πιάτα στα σπίτια των φίλων τους, ούτε μόριο σκόνης επομένως πάνω στη νόστιμη τραγανιστή λιχουδιά… ΤΡΑΓΑΝΙΣΤΗ ναι, που δεν αντιστεκόταν στις ακμαίες φυσικές οδοντοστοιχίες των γηραιών κοριτσόπουλων, όπως θα ήταν αναμενόμενο, διαφήμιση σκέτη του οδοντογιατρού τους!
Αγκαλιασμένες οι δυο αξιαγάπητες φιλενάδες βάδισαν προς το σπίτι της Πέρσας.

Ο καφές βέβαια είχε χάσει την βασική του αρετή, τη ζεστασιά, αλλά την παρέκαμψαν.

Έτρωγαν και μιλούσαν αλλά το μυαλό της Πέρσας δούλευε, ψάχνονταςγια το ποιος μπορεί να ήταν ο δράστης ενός τέτοιου ατοπήματος. Η Μυρσίνη την είχε μάθει πια και πάντοτε σε μια τέτοια πνευματική υπερδραστηριότητα της miss Marple, εκείνη σιωπούσε ούτε κιχ δεν έκανε.

Ξάφνου κάτι κύλησε στη βεράντα στα πόδια τους.

Όχι, όχι αρκετά με τις κεφαλές. Μια πανβρώμικη μπάλα ποδοσφαίρου. Σκύβει η Πέρσα από τη γυάλινη διαχωριστική πόρτα της βεράντας και έρχεται φάτσα με φάτσα με την παμπόνηρη φατσούλα τού πεντάχρονου ανιψιού του κυρ Μελέτη ο οποίος προφανώς μόνος στο σπίτι μέσα το αλώνιζε.

Ο πιτσιρικάς με βλέμμα τελείως σιωπηλό καικαταφανώς ικετευτικό, ζήτησε να τού δώσουν όχι μόνον την μπάλα μα και τις κακοπαθημένες ασώματες κεφαλές και στην απορία τι θα πει στον Θείο του για τη ζημιά έλαβε μιαν απάντηση που την άφησε άναυδη : «Α μη φοβάστε. Και άλλες φορές έτυχε να συμβεί, τις βίδωσα καλά, τις καλλώπισα, και δεν πήρε είδηση ο καλός ο θείος μου»…

«Και έτσι Μυρσίνη αγάπη μου, επί του παρόντος ας μη χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας με δύσκολες υποθέσεις, αν και οι εγκληματικές ενέργειες κατά της δύσμοιρης Τέχνης, θα έπρεπε να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν. Αλλά και πώς να τιμωρήσεις ένα σκανδαλιάρικο πιτσιρίκι, που την ψυχολογία της σκανδαλιάς την έχει γραμμένη στο DNA TOY;»

«Πέρσα μου προτείνω καινούργιο καφέ, αυτός, με τούτα και με τ’ άλλα δεν πίνεται. Τι λες;»

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου