Μού αρέσουν τα ταξίδια, δεν λέω, αλλά αυτά που διαρκούν πολλές ώρες με κουράζουν, με πιάνει μια περίεργη μα την αλήθεια πλήξη, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Ιδίως με το αεροπλάνο, με εκείνη την αίσθηση την απόκοσμη ότι πετώ σαν πουλί, μα πουλί δεν είμαι, πράγμα που επιτείνει το εκνευρισμό μου. Δε θα τον έλεγα φόβο, μα και πάλι δεν βρίσκω όνομα να του δώσω.

Θυμάμαι πήγαινα Βραζιλία, όχι βέβαια με κατ’ ευθείαν τόση πολύωρη πτήση. Θα άλλαζα κάνα δυο αεροπλάνα, με τον εκνευρισμό μου να έχει κτυπήσει κόκκινο.

Σ’ αυτό λοιπόν τα ταξίδι, μού συνέβη η περιπέτεια που ρέει ως ακολούθως:

Είχε αναγγελθεί η πτήση μας και καθόμασταν στην αίθουσα αναμονής να την πω, όλοι οι επιβάτες σαν καλοί μαθητές, εκτός από έναν περίεργο τύπο, έναν νεαρό που έκανε μπαμ το κακόγουστα βαμμένο ξανθό μαλλί του, με κατάσκουρο μουστάκι και κατράμι παχιά φρύδια.

Δεν τον χωρούσε η θέση του. Σηκωνόταν, έστρωνε το χιλιοσκισμένο παντελόνι του που κάποτε θα πρέπει να ήταν τζιν, έβαζε μια τεράστια τσίχλα στο στόμα που την μασούσε για λίγο άτσαλα και μετά την έφτυνε με θόρυβο, προκαλώντας αίσθηση, με την ανόητη συμπεριφορά του κάφρου. Φως φανάρι ότι δεν τον ένοιαζε μία, για τα συναισθήματα που προκαλούσε και θα ‘λεγε κανείς ότι σαν να το έκανε και επίτηδες να κάνει την παρουσία του αισθητή.

Ένα πιτσιρίκι, προφανώς εντυπωσιασμένο από τις τσίχλες που άλλαζε με ρυθμό πυρ ορυμαγδόν, τον γυρόφερνε, λαχταρώντας ίσως μια προσφορά που δεν ερχόταν, μέχρι που ο ψευτοξανθός τα πήρε στο κρανίο και αγριεμένα του είπε: «Σπάσε κοπρίτη, ομπρός μαρς»…

Και επόμενο ήταν μετά και από αυτό, ο πατέρας του μικρού να αναλάβει δράση:

«Συμβαίνει κάτι κύριος;»

«Κύριος; Χα, για πε μου εγώ σε πρόσβαλα μεσιέ;»

«Δηλαδή αν σε αποκαλούσα ‘’ρεμπέτ ασκέρι’’θα συμβιβαζόσουνα; Για να ξέρουμε και τι λέμε».

«Και ξέρουμε λες;»

«Φασαρία ρε χαμένο θες; Θα την έχεις» και σηκώνει το χέρι του και υπό μορφή σφαλιάρας κάνει τον νεαρό να δει αστράκια σε ουρανό αόρατο, υπό τις επευφημίες των επιβατών.

Από προσωπική πείρα ξέρω, ότι καυγάδες αυτού του τύπου, ξεκινούν φαινομενικά ανώδυνα για να πάρουν γρήγορα μεγάλες διστάσεις. Φοβήθηκα μη και ματαιωθεί η πτήση ή έστω καθυστερήσει αρκετά, πράγμα που με ανησυχούσε ιδιαίτερα, μιας και τα ραντεβού μου ήταν αυστηρά καθορισμένα χρονικά.

Έσπευσα να ηρεμίσω τα πράγματα, οπόταν στο θέατρο του παραλόγου που παιζόταν live,βλέπουμε μια νεαρή πανέμορφη μιγάδα να έρχεται από την διπλανή συνεχόμενη αίθουσα, και να λέει στον νεαρό αφήνοντάς μας κατάπληκτούς: «Σοφοκλή……. Τι ζητάς εσύ εδώ καμάρι μου;»

«Ιταλία παγαίνω. Εσύ, για πού;»

«Ναι σιγά μη και σού δώσω ραπόρτο. Το κατόπιν με πήρες ρε;

Παρακαλώ τον υπεύθυνο. Επιθυμώ να αποχωρήσω. Δε θα επιβιβαστώ».
Ο υπεύθυνος προσέτρεξε και με άριστες διπλωματικές ενέργειες τις οποίες θα είχε διδαχθεί, κατάφερε με τα πολλά να καλμάρει τα πράγματα, ευτυχώς να λέμε. Ένας επιβάτης, και πολύ σωστά, παρατήρησε: «Τι θα γίνει αν μεσούσης της πτήσης η δεσποινίς επιμείνει να ανοίξουν οι θύρες και να κατέβει; Οι περισσότεροι τρελοί νομίζεις είναι κλεισμένοι σε ιδρύματα; Κυκλοφορούν άνετα ανάμεσά μας».

Η όλη φάση έμοιασε παρά την έντασή της σαν ένας απλός διαπληκτισμός, εγώ όμως με την πολυετή μου πείρα που είχα εξασκηθεί πια να ‘’διαβάζω’’ πίσω από τις γραμμές, την έβλεπα περίεργα παρατραβηγμένη. ‘Εμοιαζε θεατράλε και σαν κάτι άλλο να παιζόταν εκεί μπροστά μου.

Και αν ήταν τρομοκράτες;

Και αν κάτι τρομερό έκρυβε η όλη τους στάση;

Πλησιάζω τον υπεύθυνο και του πασάρω ένα σημείωμα όπου του εφιστούσα την προσοχή του.

«Έλεγξε περισσότερο αυτούς τους δυο. Συνάδελφος είμαι κατά κάποιον τρόπο».

Άλλος ένας μουρλός; Ίσως και να σκέφτηκε, δεν πέρασε όμως και το σημείωμα αβρόχοις ποσί. Ποτέ δεν ξέρεις. Οι καιροί δύσκολοι, αλλά μιας και υπήρχε μια μισάωρη καθυστέρηση, βρήκε κάποιο πρόσχημα και άρχισε να ελέγχει τις χειραποσκευές μας ως εάν η ενέργεια αυτή να ήταν μέρος της όλης διαδικασίας της πτήσης, παρά τον ενδελεχή έλεγχο που είχαν υποστεί από το ειδικό μηχάνημα.

Ο νεαρός, αντί να εκνευρισθεί περισσότερο, όπως ίσως θα περίμενε ο καθείς να κάνει, έσπευσε να δώσει την πελώρια τσάντα του για έλεγχο κατά προτεραιότητα, αιτιολογώντας την ενέργειά του αυτή σαν άμεση ανάγκη για τουαλέτα εκεί που ίσως και να αργούσε λίγο…

«Τι είναι τούτα νεαρέ;»

«Τα ποια τούτα, κύριε ηλικιωμένε;»

«Τούτα τα άδεια μπουκάλια μπύρας».

«Και αφού βλέπεις τι είναι, τι με ρωτάς; Σε κουβέντα να βρισκόμαστε; Και λέγοντας αυτά ανοίγει ένα γεμάτο μπουκάλι και ετοιμάζεται να πιει.

Από τη μεριά που βρισκόμουν παρατήρησα ότι ναι μεν έκανε πως πίνει μα δεν κατέβαζε γουλιά. Προβληματίστηκα ακόμη πιο πολύ. Ίσως τον ίδιο προβληματισμό να είχε και ο υπεύθυνος, γιατί τον ρώτησε τι είναι αυτό που πίνει.

«Κατουρλιό όχι της αρεσκείας μου, μα και μήπως υπάρχει κάτι δροσερό  μέσα σ’ αυτό το καμίνι που μας τσιγαρίζετε τόσην ώρα;»

Ο άνθρωπος γρήγορα μετά από αυτήν την στιχομυθία, ολοκλήρωσε τον έλεγχό του σε όλους μας και εκείνη τη στιγμή άρχισε και η επιβίβαση στο αεροσκάφος, επιτέλους.

Η διπλανή από τον νεαρό θέση κενή, οπότε ζήτησα να αλλάξω τη θέση μου με κάποια αληθοφανή αιτιολογία. Η διαίσθησή μου και η καχυποψία που με τα χρόνια είχα αποκτήσει, ακόμη και για πράγματα φαινομενικά αθώα, κτυπούσε στο αυτί μου ένα αλάρμ που το μετέφραζα’’ ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ.’’

Ξαφνικά μια φλασιά.’’ Ω μα βέβαια, βέβαια. Αυτό ήταν. Ο νεανίας θα έφτιαχνε βόμβες μολότοφ με τα μπουκάλια και κατά πώς φαίνεται, βενζίνη θα ήταν αυτή που είχε μέσα στο κουτί του. Δεν θυμάμαι ποτέ να σκοτώθηκε κανείς ποτέ από μια τέτοια βόμβα που μόνο πυρκαγιές εξαπολύει. Όμως σε μια καμπίνα αεροσκάφους που θα πετάει σε ύψος μεγάλο και υπό ατμοσφαιρική πίεση, κάτι, ακόμη και κατά πολύ αθωότερο μπορεί να προκαλέσει μοιραία ζημιά.

Σηκώθηκα για τουαλέτα και έκανα νεύμα στον υπεύθυνο να με ακολουθήσει. Εκείνος, επιφυλακτικός αλλά έχοντας υποχρέωση να υπολογίσει και το παραμικρό, με ακολούθησε.

Του δίνω ένα σημείωμα.

«Σήμανε εσωτερικό συναγερμό, ο νεαρός δίπλα μου κάτι ετοιμάζει. Φοβάμαι για Μολότοφ. ΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΑΛΕΤΑΣ ΞΑΝΑΑΠΟΜΟΝΩΘΕΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ Τις ΦΤΙΑΞΕΙ».

Είδα τον άνθρωπο να χλομιάζει και αμέσως μετά να γίνεται κόκκινος σαν παντζάρι και καταλαβαίνοντας ότι η ταραχή του θα πρόδιδε την ανησυχία του έσπευσε να απομακρυνθεί μη λέγοντας λέξη. Μάτια κρυφά καρφώθηκαν σαν μαχαίρια πάνω στον αναιδή νεαρό που είχε λουφάξει, ενώ η μιγάδα ξεφύλλιζε νευρικά ένα περιοδικό μόδας.

Δεν έπεσα έξω. Δεν πέρασε πολλή ώρα και προφασίστηκε τουαλέτα, πράγμα συνηθέστατο στα ταξίδια αυτά, με την αδρεναλίνη στα ύψη, για πολλούς που δεν μπορούν να εξοικειωθούν με αυτό το μέσον μεταφοράς όσο πυκνά και αν η ανάγκη τους κάνει να ταξιδεύουν με αυτό.

Ο χρόνος πίεζε, και ο τύπος ακόμη μέσα.

Αν ήθελε να ανατινάξει το αεροσκάφος το μπορούσε βέβαια και από το WC. Οι πόρτες στις τουαλέτες δεν κλειδώνουν από μέσα. Επομένως, καλύτερα να ανοίξουμε βίαια την πόρτα και να δούμε ξεβράκωτο τον ‘’ξανθό,’’ παρά να γίνουμε σε λίγο αλοιφή στην κορφή κάποιου πανέμορφου βουνού σαν αυτά που τώρα πετούσαμε σαν αετοί από πάνω τους, σκέφτηκα, και το είπα στον υπεύθυνο, που είχε σίγουρα χάσει μέρες πολλές από τη ζωή του με την αγωνία που περνούσε.

Και καλά που το ψυλλιάστηκα και καλά που κάναμε αυτό ακριβώς, γιατί όλα ήταν έτοιμα σχεδόν για την μολότοφ μόνο το άναμμα έμενε.

Από τις λίγες φορές στη ζωή μου που τα ‘παιξα.

Ορμίσαμε πάνω του τον ακινητοποιήσαμε, και σωθήκαμε από του Χάρου τα δόντια. Ορκισμένος φονταμενταλιστής ο δικός σου, καμικάζι του κερατά…

Μπορεί Βιβίκα μου να μισείς το επάγγελμά μου, μα να που όχι λίγες φορές σώζει τόσες ζωές, μεταξύ των οποίων και αυτήν του αγαπημένου σου, Στέφανου Μακρή…

Τι να το κάνω το παράσημο και τα συγκινητικά λόγια που ειπώθηκαν για χάρη μου σε μια μεγαλειώδη τελετή για να με τιμήσουν; Εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ το χαμόγελο του πιτσιρικά που μπορεί να ήταν μικρός το δέμας, το ίδιο και στην ηλικία, αλλά είχε πλήρη επίγνωση του τι συνέβη. Και τη στιγμή που σαν ώριμος άνθρωπος μού είπε ‘’ευχαριστώ κύριε,’’ ήταν το μεγαλύτερο μετάλλιο με το οποίο με τίμησαν ποτέ στη ζωή μου…

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου