Select Page

Η επέτειος

Η επέτειος

 

 

 

- Τόσα χρόνια πέρασαν από κείνη τη μέρα, που Σ’ ευχαριστώ από τα τρίσβαθα της ψυχής μου γι αυτό που μας χάρισες: Τη δεύτερη ευκαιρία. Ευκαιρία ζωής.

- Τι μουρμουρίζεις πάλι; τη ρώτησε εκείνος, βυθισμένος στην εφημερίδα του.

- Ξεχνάς πόσες του μήνα έχουμε σήμερα; Έχεις τα δεύτερά σου γενέθλια, που από τότε γιορτάζουμε. Κλείνεις τα 27, του απάντησε εκείνη με καμάρι, παρά τα 80 της χρόνια, προσπαθώντας να στολίσει το γλυκό που του είχε φτιάξει.

- Μα δεν έχεις κουραστεί, κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, να κάνεις σαν να είναι η μεγαλύτερη γιορτή;

- Γιατί; Μήπως δεν είναι; Θέλεις πάλι να σου τα θυμίσω; και κάθισε δίπλα του, ενώ προσπαθεί να ισιώσει την πλάτη της, που τελευταία την ενοχλεί πολύ. Κι ύστερα από έναν αναστεναγμό συνέχισε: Τότε που όλοι σε είχαν ξεγραμμένο; Κι εγώ; Εκεί, ατάραχη. Χωρίς να καταλαβαίνω τι μας συμβαίνει. Ή μάλλον, αρνιόμουν να καταλάβω. Εσύ να παλεύεις με το θάνατο σ’ εκείνο το διάδρομο των χαμένων βημάτων, στο κτίριο που ποτέ δε νυχτώνει κι ούτε αλλάζει θερμοκρασία, όπως λέει και η Αλιέντε σ’ ένα από τα βιβλία της. Κι εγώ να μη θέλω να δεχτώ αυτό που οι άλλοι, οι περισσότεροι, περίμεναν.

«Εγκεφαλική αιμορραγία από ρήξη δύο ανευρυσμάτων» ήταν η διάγνωση. Χρόνια πίσω. Κατακαλόκαιρο. Είχαν πάει για διακοπές και πριν προλάβουν να «εγκλιματιστούν», να ο δυνατός πονοκέφαλος, το νοσοκομείο, η μεταφορά τους με στρατιωτικό αεροπλάνο σε νοσοκομείο της Αθήνας, οι συγγενείς και φίλοι γύρω τους και οι γιατροί να περιμένουν να πέσει σε κώμα. Αν δε βρισκόταν αυτές τις κρίσιμες ώρες η αδελφική τους φίλη που «κατείχε» την όλη κατάσταση λόγω ειδικότητας – νευρολόγος και καθηγήτρια πανεπιστημίου – να πιέσει τους γιατρούς, μπορεί και τώρα να μη ζούσε…

- Σου χρωστούσε χρόνια Εκείνος από κει πάνω…, μουρμούρισε. Σου χάρισε τη δεύτερη ευκαιρία… Δοξασμένο το όνομά Του…

Σηκώνει τα γερασμένα μάτια εκείνος, τη χαϊδεύει με το βλέμμα, χαμογελά και χαίρεται που, παρά τα 85 του χρόνια, νοιώθει πολύ ευγνώμων που κατόρθωσαν να γεράσουν μαζί. Κάθονται τώρα, κάνοντας τον «απολογισμό» τους, για κείνη, τουλάχιστον, τη μέρα. Παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια, θυμούνται με κάθε λεπτομέρεια εκείνες τις δύσκολες μέρες, εκείνη τη δύσκολη περίοδο της ζωής τους…

- Θα μάθεις, άραγε, ποτέ πόσο σημαντικός κατέληξες να είσαι στη ζωή μου; τον κοίταξε με τρυφεράδα και του χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά…

- Το ξέρω, το ξέρω… Άλλωστε κι εσύ ξέρεις, αν δεν ήσουν αυτή που είσαι, μπορεί σήμερα να μη ζούσα ή ακόμα χειρότερα, να ήμουν κατάκοιτος ή ανήμπορος, ανάπηρος. Στο δικό σου πείσμα και στη δική σου «τρέλα», όπως λες συνέχεια, κατάφερα όλα τούτα τα χρόνια να ζω, με όλη τη σημασία της λέξης, να πονάω και να χαίρομαι και να μπορώ να τα μοιράζομαι μαζί σου. Το ξέρεις, ότι στην πατρική μου οικογένεια, οι γυναίκες τότε ήταν για να υπηρετούν τον άντρα. Έκανα πολλές προσπάθειες να αποβάλλω αυτή τη νοοτροπία. Θυμάμαι, όταν σε γνώρισα στα αδέρφια και τη μάνα μου, που γύρισαν και μου είπαν πως μια μορφωμένη δεν θα μπορέσει να σταθεί σε τούτη την οικογένεια...

- Τι θα θυμάσαι τώρα αυτά; Πέρασαν…

- Όχι, όχι. Είναι πράγματα που δε σου έχω πει ποτέ και πρέπει να σου τα πω. Πρέπει να σου πω ότι κατάφερες να με κάνεις πολλές φορές να νοιώθω άβολα με την ανοχή και την ανεκτικότητά σου. Θέλω, πριν χαθούμε, σου οφείλω, να σου πω κάποια που φύλαγα κρυμμένα, από εγωισμό και μόνο. Ποτέ δεν προσπάθησες να δείξεις κάτι διαφορετικό από αυτό που ήσουν. Από τότε που σε πρωτογνώρισα, αυτό μου είχε κάνει εντύπωση: η καθαρότητά σου. Δεν ήσουν η θεά, όπως λέγαμε τότε, αλλά είχες μια λάμψη που σε έκανε να μην περνάς απαρατήρητη. Κι όταν άρχισα να σ’ ερωτεύομαι, πολλές φορές αναρωτήθηκα: «Πού πας να μπλέξεις, καημένε! Αυτή δεν είναι σαν τις γυναίκες που θέλει η μάνα σου, με πλήρη υπακοή και υποταγή κι ούτε από κείνες που ψάχνουν ν’ αποκατασταθούν…»

- Μπα, μπα, μπα, τέτοιες σκέψεις έκανες για μένα;

- Μη με διακόπτεις, σε παρακαλώ. Τώρα που πήρα φόρα, θέλω να σου τα πω όλα. Και πρώτα-πρώτα να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ που στάθηκες όπως στάθηκες πλάι μου και δε με άφησες. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα κάνει σοβαρή σχέση. Περνούσα καλά, γυρίζοντας από δω κι από κει. Κι όταν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας, όπως συχνά λες εσύ, έχασα τον προσανατολισμό μου. Θυμάμαι που σου είχα βάλει και όρους πως δύο φορές τη βδομάδα θα βγαίνω με τους φίλους μου. Κι εσύ το δέχτηκες. Ακόμα και μετά το γάμο μας συνέχισα την ίδια τακτική. Στην αρχή νόμιζα πως ανεχόσουν τις παραξενιές μου – τα νυχτοπερπατήματα με τους φίλους μου – ακόμα και τα ξεσπάσματά μου, για να κατοχυρώσεις το γάμο και πως μετά θα έδειχνες το πραγματικό σου πρόσωπο. Αλλά πού εσύ. Εκεί. Βράχος. Μάλιστα, όσες φορές προσπάθησες να κουβεντιάσουμε και να μου εξηγήσεις κάτι που δε σου άρεσε στη συμπεριφορά μου, έλεγα από μέσα μου: «Να, τώρα θα βγάλει τη μάσκα, θ’ αρχίσει να βρίζει και ποιος ξέρει τι άλλο…» Και αντί γι' αυτό, εσύ μιλούσες ήρεμα και προσπαθούσες να καταλάβεις ή μάλλον ζητούσες την επιβεβαίωση πως κάπου εσύ κάνεις λάθος κι επειδή δεν είχα με τι να σε αντικρούσω, παρίστανα τον αδιάφορο και μέσα μου έβραζα. Μέχρι που κάποια μέρα που σου είπα πως βαρέθηκα να προσπαθείς να μαλώσουμε και αν θέλεις να χωρίσουμε, εσύ με κοίταζες μ’ εκείνο το διαπεραστικό σου βλέμμα και ντράπηκα τόσο πολύ. Μη, μη, μην πεις τίποτα, σε παρακαλώ. Κι αν θέλεις να επιστρέψουμε σε κείνη τη μέρα, σε κείνες τις μέρες, τις βδομάδες, τους μήνες και τα χρόνια μέχρι σήμερα, ε, λοιπόν, ναι, σου χρωστάω τη ζωή μου, αν αυτό θέλεις ν’ ακούσεις. Μη, μη με κοιτάς πάλι έτσι. Πάλι βλακεία είπα; Και μετά από όσα έχουμε περάσει όλα τούτα τα χρόνια; Συγγνώμη… Ξέρω καλά πως το μόνο που δε χρειάζεσαι είναι η επιβράβευση ή η αναγνώριση. Ξέρω, επιτέλους τώρα πια το ξέρω, πως το μόνο που ζητάς, όσα χρόνια σε γνωρίζω, είναι ένας καλός λόγος, ένα τρυφερό βλέμμα, ένα χάδι, μια αγκαλιά. Και σου τα έδινα, δε σου τα έδινα; Ναι, ναι, στην αρχή εσύ τα ζητούσες, τα ζητιάνευες. Επειδή ποτέ δεν τα είχα, ούτε καν σαν παιδί, δεν τα γνώριζα. Εσύ μου τα έμαθες. Εσύ μου έμαθες να εκφράζω τα αισθήματα και συναισθήματα με πράξεις και όχι με «κούφια λόγια», όπως συνήθιζες να λες σε διάφορες συζητήσεις. Απελευθερώθηκα μαζί σου. Μαζί σου περπάτησα και το μονοπάτι του ρομαντισμού. Πόσες φορές, πιασμένοι από το χέρι, που εγώ επίμονα τραβούσα – ντρεπόμουν, βλέπεις – καταλήγαμε να χαζεύουμε ένα ηλιοβασίλεμα με μουσική υπόκρουση που εσύ επέλεγες στο ραδιόφωνο κι εγώ αφηνόμουν. Με τον καιρό «έμαθα» να σε διαβάζω και άφηνα κι εσένα να καταλαβαίνεις τα «θέλω» και τα «δε θέλω» μου. Κι εκείνες τις μέρες, εσύ δεν ήσουν πάνω από το προσκεφάλι μου, όποια ώρα κι αν άνοιγα τα μάτια μου; Δεν έτρωγες, δεν κοιμόσουν, δε θύμωνες, δε σήκωνες τον τόνο της φωνής σου, ακόμα κι όταν γινόμουν τόσο δύστροπος. Εσύ, πάντα εσύ. Και συχνά μουρμούριζες πως τελικά ο πόνος είναι ένας μοναχικός δρόμος, για να με παρηγορήσεις, όταν ένοιωθες ανήμπορη να μου απαλύνεις τα ατέλειωτα και αβάσταχτα σφυροκοπήματα που βασάνιζαν τον εγκέφαλό μου. μ’ ενοχλούσαν τα πάντα κι εσύ με την υπομονή και την επιμονή σου, έμενες ο φύλακας άγγελός μου. Κι εγώ; Δυο φορές που λιποθύμησες, χρόνια πριν αρρωστήσω, τα είχα χάσει και δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω... Ναι, ναι, μη γελάς. Την πρώτη φορά φοβήθηκα τόσο ότι έχεις πεθάνει και ήθελα να το βάλω στα πόδια. Πανικοβλήθηκα κι όταν προσπαθούσες να μου ψιθυρίσεις τι πρέπει να κάνω, νευρίαζα γιατί δε σε καταλάβαινα. Εγώ ήμουν ο άχρηστος…

- Α πα πα πα, τι κουβέντες είναι αυτές; Εσύ άχρηστος; Μην το ξαναπείς. Ποτέ δε θα έμενα με έναν άχρηστο. Ποτέ δε θα ανεχόμουν έναν άχρηστο άνθρωπο στο πλάι μου και μάλιστα για τόσα χρόνια…, έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί.

- Ξέρεις τι θέλω; Ξέρεις τι θα ήθελα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου; Και να σου πω το μεγάλο μου μυστικό: Πάντα παρακαλώ το Θεό, αν είναι να πάρει πρώτα εσένα, πέντε λεπτά νωρίτερα να φύγω εγώ. Δεν ξέρω αν θ’ αντέξω χωρίς εσένα ούτε λεπτό.

- Τι είναι αυτά που λες; Και ποιος σου είπε πως εγώ είμαι έτοιμη να φύγω; Έχω ακόμα πολλές εκκρεμότητες. Κι ύστερα, έχω κάνει συμφωνία μ’ Εκείνον: θα φύγουμε κι οι δύο μαζί. Τώρα πώς θα γίνει αυτό; Εκείνος θα το κανονίσει. Και είμαι βέβαιη γι' αυτό. Άντε, έλα να σβήσεις τα κεράκια σου, νεαρούλη μου εσύ, να φάμε και το γλυκό μας.

Έφερε ένα πιατάκι μ’ ένα κουταλάκι, το μπουκάλι με το κρύο νερό, δυο ποτήρια και το γλυκό. Άναψε τα κεράκια που τα έσβησαν μαζί, αφού πρώτα του σιγοψιθύρισε το τραγούδι των γενεθλίων. Έκοψε το γλυκό, έβαλε ένα μεγάλο κομμάτι στο πιατάκι και μία κουταλιά εκείνος, μία εκείνη.

Δεν ξαναμίλησαν για την επέτειο. Κάθισαν πλάι-πλάι μπροστά στην τηλεόραση, εκείνος, όπως πάντα, με το χέρι περασμένο στην πλάτη της κι εκείνη ν’ απολαμβάνει, όπως όλα τα χρόνια, τούτη τη ζεστασιά της ψυχής. Κανείς από τους δύο δεν παρακολουθούσε το «κουτί». Είχαν καρφώσει τη ματιά τους στον ήλιο που έδυε, παίρνοντας διάφορες αποχρώσεις, κι όταν πια κρύφτηκε πίσω από τα βουνά, που έβλεπαν από το μπαλκόνι τους κι άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα φώτα της πόλης, κούρνιασε εκείνη ακόμη περισσότερο στην αγκαλιά του, χαζεύοντας ένα πρόγραμμα-αφιέρωμα στη μουσική του Θοδωράκη.

- Δεν πάμε τώρα να παίξουμε τους πεθαμένους; Κοντεύουν μεσάνυχτα…, είπε εκείνη και σηκώθηκε.

Με βήματα αργά πήγε στην κουζίνα, ήπιε ένα ποτήρι κρύο νερό, μία συνήθεια χρόνων, πλύθηκε, έβαλε το νυχτικό της και τον περίμενε. Εκείνος έκλεισε την τηλεόραση, ήπιε τα βραδινά του φάρμακα, πλύθηκε, γδύθηκε και ξάπλωσε. Μόλις εκείνη τελείωσε την προσευχή της, ξάπλωσε στο χέρι του που είχε απλωμένο. Τον αγκάλιασε, έγειρε στο στέρνο του, του έδωσε ένα φιλί και κρατώντας του το χέρι, γύρισε πλευρό. Η συνηθισμένη κίνηση ήταν να γυρίσει κι εκείνος προς τη μεριά της, να την αγκαλιάσει και ν’ αποκοιμηθούν. Πρέπει να ήταν, όμως, πολύ κουρασμένη και να την πήρε αμέσως ο ύπνος… Άρχισε να περπατά, παιδούλα, σε καταπράσινα λιβάδια κι από απέναντι εμφανίζεται εκείνος, ολόλαμπρο παλληκάρι. Είναι ένας τόπος άγνωστος. Δεν τον γνωρίζει, νοιώθει, όμως, τόσο όμορφα. Εκείνος τη φωνάζει κι αρχίζει να τρέχει προς το μέρος της, το ίδιο κι εκείνη, όπως στις παλιές κινηματογραφικές ταινίες. Αγκαλιάζονται, γελούν και τρέχουν ανάμεσα σε ρυάκια, σε πανύψηλα δέντρα με πολύχρωμα λουλούδια που είχαν μια μεθυστική μυρωδιά και πουλιά, πολλά πουλιά, που τους τρελαίνουν με το κελάηδημά τους κι εκείνοι γελούν και είναι τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι…

 

της Αθηνάς Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

9 Σχόλια

  1. ΕΥΓΕΝΙΑ ΧΑΤΖΙΚΟΥ

    Αισθαντικη κι ανθρώπινη προσέγγιση. Οταν το γράψιμο υποκαθιστά άλλες αφηγηματικές τέχνες ζωντανά, ευθύβολα, με ευαισθησία. Ευχαριστούμε που το μοιραστήκαμε.

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Ευγενία μου, σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!!!
      Και μην ξεχνάς: έχεις μέρος ευθύνης για την αφηγηματική τέχνη, όπως την αποκαλείς!!!!!!

      Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    τι να πει κανεις για την πενα της αθηνάς μαραβεγια !!!!!!!!! καθε προσεγγιση της , καθε της λεξη ειναι μυρόπνοες στις ψυχες μας …σευχαριστουμε αγαπημενη μας αθηνά για τα όμορφα ταξίδια που μας χαριζεις

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Αυτό το “μυρόπνοες στις ψυχές μας” με γεμίζει με τόση συγκίνηση και νοιώθω πως δε μου πρέπουν τόσο πολύτιμες εκφράσεις.
      Εκείνο που μου αρέσει πραγματικά, είναι ότι μπορώ να χαρίζω όμορφα ταξίδια σε φίλους που έχουν την καλοσύνη και την ευγένεια να “με” διαβάζουν.
      Ευχαριστώ πολύ “Ανώνυμε/η”!!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Αθηνουλα μου, έκανες το θαυμα σου,, με ταξιδεψες οπως εσυ γνωρίζεις, ,,,
    Υπέροχο, ,,,έχεις το χάρισμα, ,,,,, συνέχισε, ,,,!!!!!!

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Χαίρομαι όταν καταφέρνω να “ταξιδεύω” και άλλους μαζί μου!!!
      Ευχαριστώ πολύ τόσο για τα λόγια, αλλά και για τη “συμπαράσταση”!!!

      Απάντηση
  4. athina

    απλα ενα αληθινο ευχαριστω γιαυτο που μας προσφερεις αθηνα μου Νο 2 και οπως καταλαβαινεις ειμαι super fan σου…….

    Απάντηση
  5. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Δεν θα ντραπώ καθόλου να πω ότι το κείμενο και η υπέροχη πένα την Αθηνάς μου έφεραν δάκρυα στα μάτια. Δάκυρα όχι θλίψης, όχι μελαγχολίας, αλλά χαράς και ικανοποιήσης για ένα κείμενο που το έζησα, δεν το διάβασα! Ευχαριστώ Αθηνούλα μου.

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Άκη μου, γλυκειέ μου Φίλε, “συνοδοιπόρε” και συγκάτοικε,
      Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα τόσο όμορφα λόγια σου
      που, Φίλοι μου, ΟΛΟΙ όσοι μπαίνετε στον κόπο να με διαβάζετε
      κι εσείς από “τοβιβλίο.net” μου δίνετε το βήμα,
      Με κάνετε και νοιώθω όμορφα συγκινημένη!!!!!!!!!!
      Ευχαριστώ Άκη μου!!!!!!!!!!!!!!!!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος