Η θύμηση της ομορφιάς του φθινοπώρου
όταν το διάχυτο φως καταργεί τις σκιές
αντανακλάσεις χρυσαφένιες μαστιγώνουν την ώχρα,
στα μάτια δάκρυα αστείρευτα.
Θα παραδοθείς κι αυτή τη φορά στα παιχνίδια της μνήμης
και στο βάθος της αλήθειας.
Μεσάνυχτα, έρχεται αθόρυβα η σιωπή.
Ρωτάς τι είναι η θλίψη… φωνή τρεμάμενη.
Το μέλλον μιας μελαγχολίας σου ψιθυρίζω. Αύριο.
Δεν ακούς. Αύριο θα αργήσει η αυγή.
Τη φλούδα του κορμιού απειλεί ο θάνατος.
Ξημέρωμα στις όχθες της λίμνης συνάψαμε ανακωχή.
Ποιος ετοιμάστηκε να δρέψει τον καρπό.
Κόκκινα μήλα,
κάτω απ’ τον έμπυρο ουρανό αθάνατα.
Στο όνειρο της επιστροφής
ένα παράθυρο αντίκρυ στον ήλιο.
Το άλλο στην άβυσσο.
Μύστες μιας πανάρχαιας προσευχής.
Ο προαιώνιος χορός των χρωμάτων
κρεμεζί και σμαραγδένιο, σιντεφένιες διαφάνειες
Εικόνες καινούριες θέματα παλιά
τόσο γνώριμα κάτω απ’ την πρώτη βροχή.
Η ίδια υπόσχεση ξανανθίζει στα λόγια του χτες.
Σε διαδρομές μοναχικές ξαναγυρνούμε ταξιδιώτες
αθέατοι οδοιπόροι της Αγάπης.
Οι άγγελοι διστακτικοί ξεμάκρυναν
ακολουθώντας άλλο καραβάνι.
Το σεληνόφωτο του Έρωτα ρότα αιώνια
Κλείνεις τα μάτια αφήνεσαι
κοιμάσαι μα δεν ονειρεύεσαι, κάτι απ’ τον εαυτό σου έχεις αφήσει
ένα άγγιγμα στο σπασμένο καθρέφτη
κι ένα βλέμμα δυσπιστία γεμάτο.
Άδεια η καρδιά από αμαρτίες, καίγεται.
Με τα φτερά της αθωότητας κι Εσύ
Θα φύγεις… Αύριο.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!