nine

Ο μήνας λέει έχει εννιά μα  όλοι το κατέμε
στον τόπο «π' άνθιζε η ελιά»  ολοχρονής θα κλαίμε
Πήραν σκαπάνη κι έθαψαν  όλα τα όνειρά μας
Το μέλλον είν’ αβέβαιο  για μας και τα παιδιά μας
«Μαστόροι» πάνε κι έρχονται μ' αφήνουνε συντρίμμια
σε μια Ελλάδα που θα ζει στης φτώχιας της τη γύμνια
Δεν είναι λίγες οι στιγμές που θα ‘θελα  να είχα
το πέταγμα του αετού  κι ενός κριγού τα νύχια
Να πέταγα πολύ ψηλά  κοράκια να μη βλέπω
κι ενός λαού το θάνατο  να μην τον επιτρέπω
Στ' απόκρημνα ν’ ανέβαινα της σκέψης τους φαράγγια
να δω στο τούνελ τούτο 'δω αν θα τη βρω την άκρια
Ως πότε δύσμοιρε λαέ  θα σε ταλαιπωρούνε
κι απάνω στην καμπούρα σου  τα κτήνη θα γλεντούνε;
Πολλά 'ναι τα μελλούμενα  μα λίγοι τα κατένε
και δυστυχώς χωρίς φωτιά  τη χώρα μου την καίνε

 

_

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!