Select Page

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, της Άντιας Αδαμίδου

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, της Άντιας Αδαμίδου

Μοναξιά

 

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου

το γέλιο σου με τον ήλιο

το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

 

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες

του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν

με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά

θα βρεις τη μοναξιά σου.

 

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου

μες στα αδιάφορα μάτια τους θα 'ναι γραμμένη

απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

 

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης

και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους

θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω

γιατί δε θα το μπορούν, θα 'ναι βαρύ γι' αυτούς

και θα 'ναι πάλι η μοναξιά σου.

 

Αν φωνάξεις την αγάπη σου

θα 'ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή

γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες

τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα

όλους τους λασπωμένους δρόμους.

Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη

λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ

τα λόγια της μοναξιάς σου.

 

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;

Πώς θα πορευτούμε;

Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;

Μ' αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων

των ψυχών από δίπλα μας;

 

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.

Μια θα 'ναι η Νίκη:

αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.

Μόνοι μας.

 

Φθινόπωρο 1956

 

katerina agelaki roukΗ βράβευση της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων πριν από λίγες μέρες έκανε ακόμη πιο γνωστό το ταλέντο αυτής της σπουδαίας προσωπικότητας. Τα έργα της πολυάριθμα και η ποιότητά τους το ίδιο σπουδαία. Έχει χαρακτηρισθεί από πολλούς ως η μεγαλύτερη ποιήτρια της σημερινής Ελλάδας και ενώ παράλληλα δημοσιογράφοι και άλλοι διανοούμενοι και άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων γράφουν εγκωμιαστικότατα σχόλια για το πρόσωπό της, η ίδια δεν μοιάζει σε καμία περίπτωση να εκμεταλλεύεται αυτού του είδους δημοσιότητας προς όφελός της. Αντίθετα καταφέρνει με έναν μοναδικό τρόπο να την χειριστεί μόνο ως μέσον διάδοσης των συναισθημάτων και των σκέψεων που διατυπώνει στο χαρτί, αυτός είναι και ο λόγος μάλιστα που η ίδια δεν αρνείται να παραχωρήσει συνεντεύξεις.

Πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη δεν θα μπορούσε παρά να αποκομίσει από αυτόν κάτι από την εσωτερική του λάμψη. Η ίδια ομολογεί πως δεν τον γνώρισε όσο θα ήθελε και πως ποτέ δεν χρησιμοποίησε τα πολύ ενθαρρυντικά του σχόλια προς το πρόσωπό της για να αναδείξει το ταλέντο της.

Το ποίημα που παρατίθεται με τίτλο «Μοναξιά» είναι το πρώτο ποίημα που έγραψε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ σε ηλικία μόλις 17 ετών και για το οποίο ο ίδιος ο Καζαντζάκης μίλησε λέγοντας πως είναι το ωραιότερο ποίημα που έχει διαβάσει ποτέ. Δεν είναι άξιο περιέργειας το γεγονός πως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ξεκίνησε να γράφει έργα τόσο υψηλής ποιότητας από τόσο νεαρή ηλικία. Είναι θα λέγαμε η απόδειξη πως εάν το ταλέντο υπάρχει μέσα μας, μπορεί να βγει στην επιφάνεια ανεξάρτητα από τα χρόνια ζωής, εμπειρίας, γνώσεων και εκπαίδευσης.

Η ίδια σπούδασε μετάφραση, την οποία και υπηρέτησε πιστά με την μετάφραση πολλών διάσημων συγγραφέων. Η ποιητική τέχνη ωστόσο είναι αυτή που αδιαμφισβήτητα την ξεχωρίζει. Είναι πολύ δύσκολο να εκφράσω το τι ακριβώς την κάνει τόσο ιδιαίτερη. Ίσως είναι η ίδια η απλότητα και η ευθύτητα του χαρακτήρα της που περνά αναλλοίωτη μέσα στις λέξεις που τυπώνει. Παρακολουθώντας τις συνεντεύξεις της και διαβάζοντας σε άσχετη χρονική στιγμή τα ποιήματά της, καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για δικά της δημιουργήματα.

 

Κύριο χαρακτηριστικό των ποιημάτων της; Οι εικόνες και η εσωτερική φωνή:

«Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού

βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.

Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε  

αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο

που ’βγαίνε απ’ το θάνατο...»

(παράδειγμα εικόνων, απόσπασμα από το ποίημα ΛΥΠΙΟΥ.)

 

Οι εικόνες που χρησιμοποιεί δεν είναι απλοϊκές και συνηθισμένες. Αντίθετα είναι θα λέγαμε «βουτηγμένες» στην ιδιαίτερη φαντασία της ποιήτριας και έχουν σκοπό να κάνουν τον αναγνώστη να τις φανταστεί. Και σαφέστατα αυτό επιτυγχάνεται και με το παραπάνω καθώς μέσα από τον στίχο της, δημιουργείται μια περίεργη διαφορετική μουσικότητα που ενώνεται αμέσως με την σκέψη μας. Ναι, δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο να περιγράψει κανείς αυτήν την «περίεργη, διαφορετική μουσικότητα» γιατί εκεί που πας να την χαρακτηρίσεις μελωδική, σου εκπέμπει μια επιθετικότητα και την στιγμή που πας να την κατονομάσεις ρομαντική αμέσως αντιλαμβάνεσαι έναν βαθύτατο συμβολισμό.

Από την άλλη μεριά, είναι γενικώς παραδεχτό πως δεν είναι δυνατόν να εξηγήσεις ή να κατανοήσεις πλήρως την ποίηση και ίσως αυτό να είναι που την κάνει τόσο μοναδική και μαγική.

Το κάθε έργο της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πολυσέλιδο άρθρο από μόνο του γι’ αυτό και σε αυτό το σημείο κρίνω πρέπον να πω δυο λόγια μόνον για το παρατιθέμενο ποίημα.

Το πρώτο ποίημα, λοιπόν, της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ , το οποίο έγραψε σε ηλικία μόλις 17 ετών, όπως προαναφέρθηκε, έχει τίτλο «Μοναξιά». Το όλο θέμα που περικλείει φυσικά την έννοια αυτή, έχει να κάνει περισσότερο με το που την συναντάμε, πως την αντιλαμβανόμαστε και τελικά τι πρέπει να κάνουμε για να την αντιμετωπίσουμε ( και εάν πρέπει να την αντιμετωπίσουμε).

 

«Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου το γέλιο σου με τον ήλιο το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου. Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά θα βρεις τη μοναξιά σου.»

Συναντάμε την μοναξιά μας, λοιπόν, σε απλές καθημερινές στιγμές, σε πράγματα που ενδεχομένως παρατηρούμε και κάνουμε σε ανύποπτο χώρο και χρόνο, έχοντας απλά, έντονα συναισθήματα. Εάν κλάψεις μέσα στην βροχή και μπερδέψεις τα δάκρυά σου με το νερό της και αν παραλληλίσεις το εξαγριωμένο συναίσθημά σου με τα έντονα καιρικά φαινόμενα, τότε βρίσκεις την μοναξιά σου. Εάν λυπηθείς για τα μικρά παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο χωρίς σπίτι, ρούχα και φαγητό τότε για ακόμη μία φορά θα καταλάβεις πόσο μόνος είσαι.

Και αυτό γιατί η μοναξιά κρύβεται πίσω από την λάμψη της ονειρεμένης μας πλουσιοπάροχης ζωής αλλά φανερώνεται μπροστά σε απλά πράγματα της σκληρής καθημερινής μας πραγματικότητας.

 

«Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου μες στα αδιάφορα μάτια τους θα 'ναι γραμμένη απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.»

Μέσα στα βλέμματα των ανθρώπων που συναντάμε καθημερινά είναι για ακόμη μια φορά κρυμμένη η μοναξιά μας. Κι αυτό γιατί πολύ απλά έχουμε μάθει να τους προσπερνάμε και να αδιαφορούμε για το τι πραγματικά κρύβουν μέσα τους, ποια είναι τα συναισθήματά τους και οι προβληματισμοί τους. Απομακρυνθήκαμε από τον άνθρωπο, αδιαφορήσαμε γι΄αυτόν και έτσι κοντέψαμε την μοναξιά μας.

 

«Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω γιατί δε θα το μπορούν, θα 'ναι βαρύ γι' αυτούς και θα 'ναι πάλι η μοναξιά σου.»

 

Εάν στους ίδιους ανθρώπους που πρωτύτερα απαξιώσαμε, τώρα προσπαθήσουμε να τους πλησιάσουμε δείχνοντας τους τον δρόμο της δύναμης, τότε για ακόμη μια φορά θα απογοητευτούμε καθώς την τόσο καλή μας κίνηση δεν δύνανται να την εκτιμήσουν. Και πάλι παρά τον κόπο μας, στεκόμαστε μακριά από τους συνανθρώπους μας και κρυβόμαστε στην μοναξιά μας.

 

«Αν φωνάξεις την αγάπη σου θα 'ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα όλους τους λασπωμένους δρόμους. Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ τα λόγια της μοναξιάς σου.»

Το ποίημα αρχίζει να εντείνεται κλιμακωτά και στο συγκεκριμένο σημείο η ποιήτρια συνδέει την μοναξιά με το δυνατότερο συναίσθημα του ανθρώπου, αυτό της αγάπης. Όταν φωνάξεις με όλη σου την ψυχή για την μεγαλύτερη σου αγάπη περιμένοντας τουλάχιστον την ανταπόκριση της, τότε αναπάντεχα παίρνεις πίσω την φωνή σου, κενή. Ο λόγος είναι ότι δεν άντεξε τις δυσκολίες και όλα τα «χτυπήματα» που συνάντησε στην διαδρομή της. Μαζί με την άδεια και αδύναμη φωνή όμως επιστρέφει πάλι η μοναξιά για να σου θυμίσει πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγεις απ’ αυτήν.

 

«Θεέ μου, τι θα γίνουμε; Πώς θα πορευτούμε; Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε; Μ' αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων των ψυχών από δίπλα μας;»

Όλη η μέχρι στιγμής ένταση ξεσπά μέσα από αυτούς τους στίχους. Πρόκειται για απανωτά ερωτήματα που αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ρητορικά κοιτάζοντας το ποίημα για δεύτερη φορά παρατηρούμε πως πράγματι ο αφηγητής με το α’ πληθυντικό πρόσωπο έχει ανάγκη από τις απαντήσεις. Έχοντας γνωρίσει τον πόνο που προκαλεί στους ανθρώπους η μοναξιά, ψάχνει απεγνωσμένα μια λύση που θα καταφέρει να κάνει τον κόσμο ευτυχισμένο και την ζωή περισσότερο ανθρώπινη. Απευθύνεται σαφώς στον Θεό, την υπέρτατη δύναμη, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί πραγματικά να δώσει την ουσιαστικότερη απάντηση.

 

«Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος. Μια θα 'ναι η Νίκη: αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε. Μόνοι μας.»

Και μετά από τα ερωτήματα φιλοσοφικού περιεχομένου και απόγνωσης της αφηγήτριας επέρχεται το συμπέρασμα. Χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς και περαιτέρω σχόλια καταλήγει στο ότι η σωστότερη επιλογή του κάθε ανθρώπου είναι να συνειδητοποιήσει πως η μοναξιά είναι η λύση σε όλα. Οι συγκεκριμένοι στίχοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια ειρωνική τάση της ποιήτριας, η οποία θέλει να επιδοκιμάζει ό,τι μέχρι πριν από λίγο φανέρωνε ότι την πλήγωνε. Από την άλλη μεριά όμως μπορεί να δείχνουν μια ώριμη στάση απέναντι στην ζωή, μια σχεδόν πλήρη κατανόησή της και μια συνειδητή αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Σα να συμβουλεύει εμμέσως η ποιήτρια τους ανθρώπους να σταματήσουν να ψάχνουν σύντροφο αντιμετώπισης των προβλημάτων τους και να ψάξουν την λύση μέσα τους, μοναχικά.

Πρόκειται για ένα άκρως ιδιαίτερο ποίημα που θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει συμβουλευτικό-παρηγορητικό χαρακτήρα και απευθύνεται σε όλους όσους απογοητεύτηκαν μέσα στην μοναξιά τους. Επιπλέον όμως το συγκεκριμένο ποίημα είναι ιδιαίτερης σημασίας καθώς ως το πρώτο ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ αποτελεί τον προάγγελο των μετέπειτα μεγάλων της επιτυχιών.

Τιμής ένεκεν λοιπόν το συγκεκριμένο αφιέρωμα.

 

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Διαβάζεις το ποίημα αυτό και μαγεμένος αναρωτιέσαι :” Μα τι βιώματα μπορεί να έχει μια κοπελίτσα τόσο μικρή για να εκφράζει τέτοια συναισθήματα με τέτοιο ζωγραφικό τρόπο;”Είναι η …εκδοχή του θαύματος στη Λογοτεχνία όπως συμβαίνει με τη Μουσική και βλέπεις έναν τρίχρονο μπόμπιρα να διευθύνει Συμφωνική Ορχήστρα ή κάποιον άλλο συνομήλικο να παίζει στο Πιάνο με τέποια δεξιοτεχνία που πιανίστες φτασμένοι δεν το μπορούν Η ίδια δηλαδή απορία σε όλες τις μορφές της Τέχνης Και να πεις ότι η εξέλιξή αυτών των πλασμ’ατων δεν ήταν παρά μία πομφόλυγα που έκασε και πάει;Μεγαλώνοντας εκπλήσουν πάντα ΜΑ ΜΈΣΑ ΣΤΑ ΠΛΑΊΣΙΑ ΤΟΥ φυσικού…
    Εξαίσια και η ανάλυση του ποιήματος.

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Ένα υπέροχο ποίημα από μια εξαιρετική γυναίκα!

    Τα συγχαρητήριά μου για την παρουσίαση που έγινε σε ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο καθώς και για την ανάλυση του πολύ δυνατού αυτού ποιήματος. Μπράβο!

    Απάντηση
  3. Ανωνυμος

    Εξαιρετικό όλο το άρθρο!!! Μπράβο Άντια,όλα όσα έχεις παρουσιάσει είναι εξαιρετικά!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!