mountain_house

Άνοιξα με φόρα την πόρτα του σπιτιού μου

Ένας ήχος γρατζούναγε τόση ώρα το βράδυ μου

Λίγα μέτρα μπροστά από τον ξερό μου κήπο

Μια θάλασσα καταγάλανη έφτιαχνε ένα κύμα

Δεν ξέρω αν την κάλεσα ή αν τυχαία με βρήκε

Και εξήγηση δεν ήμουν ικανός να δώσω για τούτο το θέαμα

Άπλωσα μόνο το χέρι σε ένα συρτάρι της λευκό, φθαρμένο

Δίπλα από έναν ασημένιο βράχο κοφτερό

Ένα καβούρι με σημάδευε με τις δαγκάνες του

Σα ν’ απαγόρευε να αρπάξω λίγη ευτυχία από κει μέσα

Φαίνεται πως λένε την αλήθεια οι γοργόνες αντίκρυ

Που ούτε που ξέρω πώς βρέθηκαν και γιατί με κοιτούν

Ο βυθός ψιθυρίζουν δεν αγαπά τα ξεφτισμένα χρυσόψαρα

Έχουν την απελπισία της γυάλας φορεμένη και μυρίζουν

Έκανα πίσω δυο βήματα ευχές και κλείδωσα την πόρτα

Από το ματάκι χάζευα με στόμα υγρό την απέναντι όχθη

Σε τέσσερις τοίχους ξεκρέμαστο κάδρο ορφανεύω από χαρά

Φαντάζει τόσο ταιριαστή η σιωπή μου που την ποθώ…

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!