sea_rock

Ένας ήλιος ζεστός τρυπά το σώμα μου που τρέμει

Τον ποθώ και το ξέρει μα τον αρνιέμαι σαν ξένο σώμα

Ζεσταίνει τα μουλιασμένα μου χέρια στεγνώνει το κλαδί

Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει πάνω στο βράχο τούτο

Ασήμισε περισσότερο από τις αχτίδες ή γκρίζαρε η ματιά;

Το κουρασμένο μου το σώμα το ασθενικό λυγά και ξαπλώνει

Ο κάβουρας περπατά πάνω μου και χτυπά νικητήρια τα χέρια

Τούτο το Φως άλλο φως από τούτο που ξέρω είναι

Δεν το διάβασα δεν το αντέγραψα δεν το μιμήθηκα ποτέ

Και όμως το ξέρω από παραμύθι που δε μου διάβασε κανείς

Η κουρασμένη μου ματιά φτιάχνει στα σύννεφα μια Μάνα

Σηκώνω τα χέρια μου δειλά γυρεύοντας την Αγκαλιά της

Φαίνεται τόσο όμορφη και τόσο γελαστή που κλαίω

Ακούω τους ψιθύρους της, κολυμπούν στα νερά γύρω μου

Η θάλασσα ποτέ δεν ήταν πιο ελκυστική από ό,τι τώρα

Ζηλεύω τούτα τα ψάρια, ζηλεύω το βράχο, το κλαδί ζηλεύω!

Κι εκείνο αγκάθια πράσινα πετά κι αλλάζει μυρωδιά

Τα δάκρυα – ποια δάκρυα – τα δικά μου αλμυρά δάκρυα

Πέφτουν πάνω του και γεννούν πράσινα γυαλιστερά φύλλα

Είμαι στο ανάμεσο μιας Άνοιξης που δεν τη γνωρίζω

Είμαι στο ανάμεσο μιας αχτίδας που με σπρώχνει

Σηκώνομαι όρθιος και βγάζω το κουστούμι μου

Κοιτάζω με αλλόκοτο μίσος τούτον τον παρελθοντικό ουρανό

Μια φωνή που δεν ξέρω αφήνει μια ηχώ διαπεραστική

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!