Ορκίστηκες,

στον ορίζοντα της θάλασσας

τελευταίο καθρέφτισμα στα υγρά τζάμια του σταθμού

τα μάτια στέγνωσαν

όσο έμεινα βουβή να κοιτάζω το πέλαγος

και τη λύπη σε κάθε κύμα

που κάνοντας θόρυβο παρακαλούσε το βράχο.

Είπες... όφειλα να μεγαλώσω.

Ξύπνησα μ' ένα τελευταίο όνειρο

να μη γυρίσω ποτέ πίσω.

Στην άμμο μ’ αστέρια κεντημένες

και κοχύλια και χάντρες χρωματιστές

άφησα τις πρωινές σκέψεις.

Φεύγω, κρατώντας στα χέρια

το μωβ και τα κυκλάμινα της αυγής.

Υψώνεται πίσω μου

ο ψηλός μιναρές και ο πανάρχαιος ανίκητος φόβος.

Μόνη πραγματικότητα η αδιαφορία.

Ξεκίνησα για μια δεύτερη ευκαιρία,

για μια νέα αρχή. Τα είχα όλα πιστέψει

χωρίς... να έχω μεγαλώσει.

Πολλά τα σύννεφα στην Πόλη

κι απ' την άλλη η ζωή...

ρότα σ' αβαθή κοραλλένια νερά

καθρεφτίζεται ακόμη ο Έρωτας.

Μα πως να σ' αφήσω

τελευταία εικόνα στη στεριά

μέσα και πέρα από όλα τα πρόσωπα, εσύ.

Μ' αποχαιρετάς με δάκρυα στα μάτια.

Θυμάσαι τρέχοντας στη προκυμαία

ένα φθινόπωρο περιμέναμε

εκείνο που θα χάραζε

στα ματόκλαδα το φως,

αυτό που υποσχόταν

την Αγάπη και την άνοιξη.

Ξεφυλλίζοντας παλιές, κιτρινισμένες σελίδες

με καλλιγραφικά γράμματα

Αύριο.. .στην αιώνια συνάντηση

ψυχές ελεύθερες

από το χθες και το τώρα

να χαράξουμε σαν παιδική ζωγραφιά

το καραβάνι του ήλιου...

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!