mask

Μετρημένες οι απολαύσεις σου. Ενοχικά πολλές φορές σε βλέπω να αρπάζεις κομμάτι από το φυλαγμένο γλυκό σου. Κείνο που περιμένει τη γιορτή. Κείνο που περιμένει μια γιορτή. Και μου μοιάζεις.

Είμαστε όλοι εκείνοι. Αυτοί οι θρασύδειλοι. Αυτοί οι υποταγμένοι. Ποιος είναι εκείνος που έβαλε όρια στη χαρά; Ποιος στην αγάπη; Τι πάει να πει τόσο όσο μπορώ, τόσο όσο αντέχω, τόσο όσο με παίρνει να μιλώ; Σε κοιτάζω. Γεμάτος τύψεις μαρτυράς τους πειρασμούς σου στο χαρτί, στον αέρα, στους δαίμονες της νύχτας σου. Και απορείς. Και απορώ. Ποιος μας έφτιαξε τόσο σιωπηλούς; Ποιος μας έβαλε σε τούτο το σκοτάδι;

Σε βλέπω συχνά να κρατιέσαι. Να μη βγάζεις ετούτο το θυμό. Να μην κάνει καμιά ηχώ το παράπονό σου. Η αδικία σου. Υποτακτικές οι κινήσεις σου. Απροβάριστες λες ότι είναι. Μα σε τούτο το θέατρο της ζωής έχεις κάνει χιλιάδες υποκλίσεις. Έχεις ξενυχτήσει με καλοδουλεμένους διαλόγους μονολόγους. Θα πεις. Δε θα πεις. Θα σου πουν. Δε θα σου πουν. Και σβήνεις και γράφεις το σενάριο. Και όλο λες ότι θα το ζήσεις. Μα το προτιμάς στο σανίδι.

Οργώνεις τη ζωή με μια δεύτερη απλησίαστη. Του κόσμου υπογράφεις δυο ζωές κι ας σου δόθηκε μία. Πού θα σε βρω; Πού θα με βρεις; Φωτεινοί φάροι γινόμαστε σε ολόμαυρες θάλασσες μα δεν ενώνονται πουθενά; Τζάμπα τα αφρισμένα μας κύματα. Τζάμπα τα κοράλλια, τα κοχύλια, τα βότσαλα στις ακτές και οι χρυσαφένιες μας αμμουδιές.

Σε κοιτάζω και σε νιώθω τόσο καλά που ένα κλικ να κάνει το μυαλό νομίζω πως κοιτάζω στον καθρέφτη. Πιάνω το πρόσωπο. Πρόσωπο προσωπείο. Νεκρό σημείο. Θα με βρω. Θα σε βρω. Πίσω από τις ρυτίδες των ανεκπλήρωτων. Θα βρεθούμε. Πίσω από ένα άτακτο ρολόι, πίσω από τα καταπιεσμένα μας λόγια, ανάμεσα σε αβάσταχτες σιωπές. Παράτες και παράτες από μεθυσμένα βράδια που ποτέ δεν ξημέρωσαν.

Μετρημένες οι απολαύσεις σου. Ενοχικά πολλές φορές σε βλέπω να αρπάζεις κομμάτι από το φυλαγμένο γλυκό σου. Κείνο που περιμένει τη γιορτή. Κείνο που περιμένει μια γιορτή. Και μου μοιάζεις…

…και σου μοιάζω…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!