Η σκέψη βυθίζεται σιωπηλά
στη μεθυσμένη νύχτα του θρήνου
και στη γαλήνη των ματιών,
μωβ ίριδες, όταν κοιμάσαι ρεμβάζει

η μοναξιά
στις άκριες των βλεφάρων σου το φως.
Με την αλήθεια της απουσίας
ανοίγοντας τα χέρια στη δίψα της αγκαλιάς
την ταραχή του μαντηλιού σου
να ψιθυρίζει του ανέμου το σκοπό
πριν ακόμα φύγεις νοστάλγησα.
Άνοιξη, στις μεταξένιες χούφτες
κρατά τα μάγια και τα τραγούδια
μα χωρίς εσένα δε φτάνουν στην ψυχή.
Η θλίψη της αυγής ροδίζει σύννεφα της λύπης

στον ορίζοντα δραπετεύουν οι λέξεις
σ' αρχαία περγαμηνή ο όρκος
για να μπορώ ν' αντισταθώ
χωρίς παρηγοριά στο θάνατο.

Της λησμοσύνης το νερό πικρό
ο κόσμος που άφησες,
ένα φτερούγισμα χελιδονιού
κι ένα χαμόγελο που έσβησε.
Μακρινό το παρελθόν δίχως γέφυρες
ποια μοίρα σημαδεύει τα ίχνη της
με νέες υποσχέσεις στα κοράλλια του βυθού.
Μαζεύτηκε πολύ σκοτάδι στην παλίρροια του νου
με τη βροχή ξεκόλλησε το μυστικό
απ' τις κιτρινισμένες σελίδες
στον κύκλο της ζωής που αποφύγαμε
πριν νιώσω τη βαθύτερη ομορφιά
να πενθήσω τον Έρωτα ζήτησες.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!