Μια μικρή πικρή ιστορία

22.03.2020

Άνοιξε βίαια την εξώπορτα του σπιτιού και τον κατάπιε με μιας το έρεβος της καλοκαιριάτικης νύχτας. Βάδιζε σκυφτός και με προσοχή υπό το αμυδρό φως των αστεριών, προσέχοντας μη και σκοντάψει και φάει τα μούτρα του, αυτά τα μούτρα που έσπευδαν να δοκιμάσουν τα πορτοκάλια μιας άλλης πορτοκαλιάς, δεδομένου ότι είχε βαρεθεί να τρώει μόνον εκείνα της ‘’αυλής’’ του. Συμπτωματικά, καπάκι με την έλλειψη φωτός φυσικού( δεν λογιέται φως αυτό των αστεριών), υπήρχε έλλειψη και τεχνητoύ, επειδή εδώ και μιαν ώρα επικρατούσε σοβαρό bλack out. 

Βεβαρημένο το δίκτυο της Δ.Ε.Η. λόγω υπερλειτουργίας των air condition και άλλων δροσιστικών μηχανημάτων εξ αιτίας της ζέστης.

Βλαστήμησε την συγκυρία που θαρρείς απροκάλυπτα κάλυπτε αρνητικά την άτακτη φυγή του. Αυτός έτσι το εξέλαβε, μιας και ήταν μοιρολάτρης του κερατά. Καλύτερα έτσι, γιατί δεν είδε πριν λίγο και τα αλμυρά αγκάθια που αυλάκωναν τα μάγουλα της γυναίκας του που την έχρισε πλέον ‘’πρώην.’’ Αν τύχαινε να τα δει, θα ήταν μια ακόμη τονωτική ένεση στην υπέρμετρη φιλαυτία του και τον εγωισμό του ότι και καλά τα θηλυκά σφάζονται για χάρη του.

«Ουφ πάει κι’ αυτό» σιγομουρμούρισε ανερυθρίαστα, δυναμώνοντας τον βηματισμό του καθώς πια είχε εξοικειωθεί με το σκοτάδι κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. 

Και εκείνη;

Α, εκείνη! να κλαίει με αναφιλητά και να ψιθυρίζει μελοδραματικά:

‘’Και τώρα να ζω; Pourquoi et pour qui;’’

Πάντα όταν βρισκόταν στις απελπισίες της κατέφευγε σε τραγούδια αγαπημένα, έχοντας μια κάποια ψευδαίσθηση ότι γράφτηκαν γι’ αυτήν, αφήνοντας τον εαυτό της να δίνει απάντηση στο τραγούδι που στοίχειωσε τη μνήμη της και που τώρα ταίριαζε με την κατάστασή της είτε το τραγουδούσε ο Μπεκώ είτε η φαντασία της και ο εαυτός της, που τώρα απαντούσε στο ερώτημα που τού έθεσε:

’’ Βρε κουτό, να ζεις pour toi καημένο, ρομαντικό κορίτσι. Δεν το ξέρεις ότι στη ζωή μόνοι μας ήρθαμε μόνοι στην ουσία βαδίζουμε και κατάμονοι θα φύγουμε; Μα ΑΝ όσο λίγο ζούμε και κάνουμε το pour toi,να γίνει pour ‘’nous,’’ θα είμαστε από τους ευλογημένους της Πλάσης. Γι αυτό, να μην ακούω για παραίτηση, pourquoi et pour qui και άλλα τέτοια χαζά.’’ 

Σιγοχαμογέλασε με τα γαλλικά της, που κάποτε τα μιλούσε άψογα μα που τώρα σκούριασαν κι’ αυτά, όπως οι αρθρώσεις της, όπως, πολλά άλλα πράγματα πάνω της! 

Έμοιαζε τόσο αδύναμη και παραιτημένη μα και απελπιστικά μόνη, παρά τους πολλούς φίλους που θα έσπευδαν να την παρηγορήσουν όταν τα νέα μαθαίνονταν. Η χειρότερη μορφή μοναξιάς είναι αυτή της Αγάπης, όταν χαθεί. Τουλάχιστον για τους νέους και τους ολίγον μεγαλύτερους.

Αχ Ελβίρα Ελβίρα, πώς και δεν αξιολόγησες σωστά, τα σημάδια που προϊδέαζαν για το επερχόμενο τέλος!

Είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένοι, μοιραζόσουν την τράπεζα και την κλίνη του, είναι δυνατόν να εκλάμβανες τον άνθρακα για θησαυρό; ΜΑ ούτε ένα τόσο δα μικρούλι ψήγμα του;

«Ναι, δεν υποψιάστηκα, διότι: Δεν υπήρχαν καυγάδες. Τα παιδιά μεγάλωσαν σε ένα ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, σεβασμός του ενός για τον άλλον, μα όπως αποδείχτηκε και ηθοποιία, με υποβόσκουσα μιαν απάτη, μια ροπή προς μίαν άνευ προηγουμένου υποκρισία».

Και ξαφνικά ο monsieur έφερε τα πάντα τούμπα. Ήρθαν στην επιφάνεια κατηγόριες για το άκακο αρνίον την σύζυγό του και διακεκριμένη επιστήμονα. Όπως κάνουν πάντα οι προδότες σύζυγοι, (προφάσεις εν αμαρτίαις δηλαδή) και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια όπως είδαμε, για μιαν άλλη αυλή με πορτοκαλιές νεότερες κατά μίαν δεκαετία από την πρώην του. Χωρισμένη η λεγάμενη και ειδικευμένη στο να γκρεμίζει σπιτικά, κατά προτίμηση στέρεα κτισμένα και με ανήλικα τέκνα, η ίδια, το ένα εκ των οποίων σχεδόν νήπιο.

Κατάπληκτο το Σύμπαν γι’ αυτόν τον χωρισμό ενός ιδανικού ζευγαριού, όπως πίστευαν. Και όλοι, ανάμεναν την επιστροφή του Ασώτου στην οικογένειά του. Μα αυτός προτίμησε να κάνει θριαμβευτική είσοδο στην οικογένεια της αδίστακτης αντροχωρίστρας και δεν γύρισε ποτέ. Χάθηκε. Άρα δεν άξιζε, κατά την σοφή ρήση.

Τού αρέσει που τώρα κάνει τη baby sitter στα μικρά της ερωμένης που όπως μαθαίνουμε, τον τραβάει από τη μύτη, για να μην πούμε και με τι άλλο και εκχυδαΐσουμε το σοβαρό τούτο πόνημα. Κάνει λοιπόν τη νταντά στην αφεντικίνα του που τον πήρε στην δουλειά της. ΑΥΤΟΝ, που πέρα από τα δικά του παιδιά δεν νοιαζόταν ούτε γι’ αυτά των αδερφών του.

Ελαστική ηθική που την έχουν οι χωρίς άμυνες άνθρωποι που υποκύπτουν στο πρώτο κάλεσμα των Σειρήνων.

Δεν ξέρουμε ως πότε και ΑΝ, διαρκέσει αυτή η σχέση. Σε κάθε περίπτωση θα έρθει μια μέρα σίγουρα, που η ‘’κυρία’’ θα του πει ανενδοίαστα: «…ξέρεις χρυσέ μου, το λατρεμένο ΜΟΥ πορτοφόλι ΣΟΥ δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, στο ύψος των δικών μου στάνταρτς. Άντε λοιπόν κι’ αντίο και ψάξε για μια λιγότερο απαιτητική σύντροφο…»

Ω και πώς θα θέλαμε να βρισκόμασταν μπροστά σ’ αυτήν την υπέροχη σκηνή, να δούμε το ξεπουπούλιασμα του παγωνιού. Και ζητούμε συγγνώμη από το παγώνι που το μεμφόμαστε που καμαρώνει για την ομορφιά του και μόνον.

Κανείς δεν το κατηγόρησε για αγνωμοσύνη, ανηθικότητα, υποκρισία, προδοσία.

Μη λες λοιπόν POURQUOI ET POUR QUI. Ζήσε για σένα, για τα παιδιά σου, που είναι σε ηλικία γάμου και αγνόησε τον άθλιο πατέρα τους που πήρε πίσω όσα μέχρι τούδε τους πρόσφερε, με τόκο και μάλιστα με υψηλό επιτόκιο. Δεν είναι ούτε καν πατέρας του Σαββατοκύριακου αλλά του τρίμηνου και πολύ είναι, όπως και τους είπε και η ντροπή όλη δική του.

Κάποια Σχολή Υποκριτικής έβγαλε μία ανακοίνωση:

«ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ, ΜΕ ΤΑΛΕΝΤΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΜΑΚΡΑΝ ΤΟΥ ΣΥΝΗΘΟΥΣ».

Κάποιος ας ειδοποιήσει τον περί ού ο λόγος. Αν ξεμείνει από δουλειά, ΝΑ που τού παρουσιάζεται Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ!!!

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Κέρδισέ το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Η αμοιβή

Η αμοιβή

Η βαριά συρόμενη πόρτα του καθιστικού άνοιξε και η μεσόκοπη γυναίκα γλίστρησε μέσα κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό πακέτο. Χυμένος στην πολυθρόνα στο βάθος, με την πελώρια βιβλιοθήκη στο πλάι του, ο γέρος αγνάντευε απ’ το παράθυρο τον κήπο καθώς ο ήλιος βασίλευε. Το...

Της γριάς τα κοτόπουλα

Της γριάς τα κοτόπουλα

Την γριά δεν θυμάμαι να την είχα συναντήσει ποτέ. Όμως, χωρίς να την ξέρω, την σκέφτομαι πάντα, αναπολώντας, ιδίως όταν περνώ απόγευμα έξω από το μαγαζί της, στην παραλιακή Νέας Κίου – Ναυπλίου. Για την ακρίβεια εκεί που ήταν πριν καμιά εικοσαετία το μαγαζί της, που...

Μέσα στη νύχτα

Μέσα στη νύχτα

Μέσα στη νύχτα ακούστηκε μια κραυγή. Έσκισε τη σιωπή σαν κοφτερό μαχαίρι. Δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλα δροσίζοντας τη λύπη της. Μια κουκουβάγια με μάτια ορθάνοιχτα στεκόταν έξω από το παράθυρό της. Τόσα βράδια πιστή στο ραντεβού της. Εμφανιζόταν ακριβώς στις τρεις το...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου