Του κόσμου που μ' αρνιέται καθαρά
δεν έχω χρέη
περιττή στην πολιτεία του τσιμέντου
και στους δρόμους τ' ουρανού απαίδευτη
τι γυρεύουν ανάμεσα στ’ άστρα

τα κόκκινα γοβάκια
...εσένα στο φως.
Φτερουγίσματα δειλά
το ταξίδι σου έχει ένα όνομα
ξεθωριασμένο βελούδο κόκκινο

στα χείλη
μ' ακούς
μα δεν ξέρεις πώς να γυρίσεις.
Κλεισμένη βαθιά μέσα μου
η μορφή σου με λέξεις
το τελευταίο ηλιοβασίλεμα
αυτό που έβλεπες
εκείνο το σούρουπο

απ' το μεγάλο παράθυρο
και τα μάτια σου γεμάτα πετροχελίδονα.
Έχω ανάγκη να σφετεριστώ

το χρόνο του ονείρου
Να χτυπήσω την πόρτα όπως παλιά
να μου ανοίξεις
και να με δεις με το σπασμένο μου σπαθί
πολέμησα μαζί σου.
Δεύτερη φορά, με ένα βλέμμα

να μου πάρεις
τη σκληρή υπόσχεση να μη λυγίσω
ωθούμενη από κάποια μυστική επιταγή της ψυχής.
Μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά
η παπαρούνα θα διαλαλήσει τη μνήμη απ' το χάδι σου
Αύριο... στην αναπάντεχη χαρά της αφής
εκεί στο φιλιατρό του πηγαδιού
με τη δροσερή αίσθηση του αέρα

να θυμίζει
εκείνη τη μυστική σου ώρα
τότε που άδειαζε το ποτήρι
έφυγες, μ' ένα ψίθυρο ή μήπως

ήταν λυγμός
" η ζωή είναι ζητιάνα "
και... η αθανασία;

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!