Να σε δω
να περπατάς ανέμελα
μέσα στον κόσμο των ανθρώπων
να ξανανοίξω την ομπρέλα μη βραχείς
κι' ας εμφανίζεσαι
για να κρυφτείς ξανά
μέσα στη λαμπερή αχλή
ακολουθώντας
το φως του φεγγαριού
την ώρα που θα σε καλούν κοντά τους άγγελοι
κι' εγώ να σέρνομαι
μέχρι το κοντινότερο ποτάμι
ξέρεις...
φύγαν από εδώ οι νεροποντές μαζί σου,
και τα δάκρυα
τράβηξες κατά τον ουρανό
αλλάζοντας τη γεωγραφία της Αγάπης,
στο βάθος αστραπές,
οι λόφοι γύρω καλυμμένοι με πάχνη
όλα θαρρείς την τακτική
του αρμενίσματος στην αιωνιότητα ακολουθούν
στάζουν σταγόνες απ’ το μαύρο γείσο
στα τρεμάμενα χέρια
μα αυτό το κοκκινόχωμα του Νότου
είναι μάλλον ανεξίτηλο
ξεστράτισαν απόψε τα όνειρα
στέκει ο νους μπροστά στα εφτασφράγιστα χείλη
σιωπές, σιωπές,
κύλησε η μέρα... με σιωπές

κυλάει κι' η νύχτα μέσα από υγρά βλέμματα
ακούς τον ψίθυρο
είναι γιατί υπάρχει ένας άγγελος
που φοβάται στο σκοτάδι
είναι γιατί σ' ευχαριστώ
για το αχνιστό ψωμί που χόρτασα
να το θυμάσαι μάννα...
ξημέρωμα θα ξαναϊδωθούμε... Αύριο
γεμίζουν τα αναφιλητά την έρημο
στον ίσκιο της μεγάλης φοινικιάς
γυρεύει ο άνεμος κάτι απ’ τη μνήμη μου να σβήσει
...τα φθαρμένα γράμματα
και τα στάχυα πάνω στον κάμπο
μα να με περιμένεις πάντα, στην ακτή.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!