Με τον ποιητή ήμασταν φίλοι από παλιά. Τον είχα γνωρίσει στο σπίτι κάποιου κοινού μας γνωστού την εποχή που ξεκινούσε δειλά την πορεία του στον κόσμο των γραμμάτων. Απ’ τις πρώτες κιόλας κουβέντες που ανταλλάξαμε, με συμπάθησε και τον συμπάθησα κι εγώ. Δε μου αποκάλυψε αμέσως πως ήταν ποιητής και γενικά δεν του άρεσε να μιλάει γι’ αυτό. Σύντομα, με την όλο και πιο πυκνή συναναστροφή μου μαζί του, σχημάτισα την εντύπωση πως είχα να κάνω με έναν χαρισματικό άνθρωπο. Όταν διάβασα τα έργα του, βεβαιώθηκα ότι η εκτίμησή μου ήταν σωστή.

Σαν προσωπικότητα ήταν κάπως αντιφατικός και αυτή του η ιδιαιτερότητα ήταν που με τραβούσε περισσότερο σε κείνον. Άλλοτε ήταν ευχάριστος στην παρέα και χαιρόσουν να βρίσκεσαι κοντά του και άλλοτε έμοιαζε να απουσιάζει, σα να ‘ταν απορροφημένος από έγνοιες που κανείς από μας τους γύρω δεν μπορούσε και δεν είχε δικαίωμα να θίξει. Όποτε συνέβαινε αυτό, τα μάτια του τρεμόπαιζαν και σκοτείνιαζαν, λες και αντίκριζαν κάτι φοβερό που για όλους τους υπόλοιπους ήταν αόρατο. Αρκετές φορές σκέφτηκα να τον ρωτήσω που ταξίδευε εκείνες τις στιγμές, πάντα όμως ένας ενστικτώδης σεβασμός με συγκρατούσε και δεν διατύπωνα την απορία μου.

Σχετικά με την τέχνη του ήταν ολιγόλογος και αμήχανος. Παρόλο που γίναμε στενοί φίλοι και συζητούσαμε σχεδόν τα πάντα, όταν λέγαμε οτιδήποτε γι’ αυτά που έγραφε, τον έπιανε ένα ανεξήγητο τρέμουλο στα χέρια και η φωνή του άρχιζε να κυματίζει. Βλέποντάς τον έτσι ταραγμένο άλλαζα θέμα για να ηρεμήσει, αλλά σιωπηρά μέσα μου βούλιαζα αυθόρμητα σε μια αναίτια αγαλλίαση· πίστευα πως κάτι καλό ετοίμαζε κι ας μην το ομολογούσε. Και όντως, λίγες μέρες μετά από κάθε τέτοια μας κουβέντα, στον υπολογιστή μου έφταναν τα καινούργια του ποιήματα μαζί μ’ ένα μήνυμα που τελείωνε κάπως έτσι: «…δεν ξέρω αν θα σου αρέσουν, δεν ξέρω αν αξίζουν τον κόπο να διαβαστούν, δεν ξέρω αν πρέπει να δημοσιευτούν», ή κάτι παρόμοιο. Φυσικά τα ποιήματά του ήταν πάντοτε εξαιρετικά. 

Λίγους μήνες προτού μετακομίσει απ’ την πόλη μας και η φιλία μας περάσει αποκλειστικά στη διάσταση του διαδικτύου, είχα παρατηρήσει πάνω του μια υπόγεια αλλά ραγδαία αλλαγή. Στον κύκλο μας όλοι πλέον αναγνώριζαν την αξία του και του το έλεγαν ανοιχτά με κάθε ευκαιρία. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό συντέλεσε στη μεταμόρφωσή του, ίσως όμως να έπαιξε κάποιο ρόλο. Τώρα ο ποιητής ήταν πιο κοινωνικός, πιο ομιλητικός, πιο ελαφρύς. Σπάνια συνοφρυωνόταν και ακόμα πιο σπάνια έπαιρνε εκείνο το ρεμβώδες, αφηρημένο ύφος, που είχα συνηθίσει να τον βλέπω τον καιρό που γνωριστήκαμε. Το βλέμμα του είχε γίνει ήσυχο, τα λόγια έβγαιναν απ’ το στόμα του αβίαστα και σταθερά. Δε δίσταζε να μιλήσει για τα γραπτά του και όποτε το έκανε αυτό, ήταν φανερά ικανοποιημένος. Ωστόσο όλο αυτό το διάστημα δεν είχε γράψει τίποτα, γεγονός πρωτοφανές για τον φίλεργο και παραγωγικό χαρακτήρα του. Με έκπληξη τον άκουσα ένα απόγευμα να μου λέει γεμάτος αυτοπεποίθηση πως τα επόμενα κείμενά του θα είναι μακράν τα καλύτερα που θα έχουν ξεπηδήσει από την πένα του. Εγώ παρέμεινα βουβός σ’ αυτή του τη δήλωση και στο κάτω κάτω δεν είχα και κανένα λόγο να τον αμφισβητήσω. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν περίμενα με ανυπομονησία τις νέες του δημιουργίες, κανένα αρχείο όμως δεν ήρθε στον υπολογιστή μου, ούτε μου έδωσε καμιά διπλωμένη σελίδα σε κάποια από τις συναντήσεις μας.

Ένα βράδυ ήρθε και με βρήκε στο μπαρ που συχνάζαμε αργοπορημένος. Εγώ καθόμουν σ’ ένα σκαμπό πλάι στη σύντροφό μου, πίναμε ποτά και γελούσαμε· σχεδόν είχα ξεχάσει ότι μου είχε πει πως θα ερχόταν. Έδειχνε καταπονημένος και το πρόσωπό του ήταν σβηστό, σα να μην είχε καθόλου ενέργεια μέσα του. Έπειτα από λίγο με έσυρε παράμερα και ψέλλισε στο αυτί μου: «Είμαι άδειος, τα δάχτυλά μου είναι μολυβένια, νομίζω πως στέρεψα!». Του είπα πως ήταν υπερβολικός, μετά τον χτύπησα στην πλάτη και πρόσθεσα: «Άστα αυτά και έλα να πιούμε κανένα ποτό». Κάθισε μαζί μας ζαρωμένος και μέχρι αργά τη νύχτα που φύγαμε από κει, ελάχιστες ήταν οι λέξεις που πρόφερε.

Ύστερα εξαφανίστηκε δια παντός· τον έπαιρνα τηλέφωνο και δεν το σήκωνε, του έστελνα μηνύματα και δεν απαντούσε, όποιον κοινό μας γνωστό ρωτούσα αν είχε νέα του, μου έλεγε πως δεν είχε ιδέα που βρίσκεται και τι κάνει. Άρχισα να ανησυχώ και ταυτόχρονα να θυμώνω μαζί του· δεν ήταν τρόπος αυτός για να χαθεί, αν δεν του είχε συμβεί κάτι κακό, όφειλε να επικοινωνήσει. Του έστειλα ένα μήνυμα που ξεχείλιζε από αγανάκτηση, στο οποίο διαμαρτυρόμουν για το φέρσιμό του. Δυο μέρες αργότερα, το κινητό μου χτύπησε· αντικρίζοντας το όνομά του στην οθόνη, πάτησα γρήγορα το πλήκτρο ανάγνωσης και διάβασα: «Δείξε κατανόηση, όλα κρέμονται από μια κλωστή. Πρέπει να ξαναμάθω τη λεπτή τέχνη της αγωνίας, αλλιώς είμαι νεκρός». Τινάχτηκα απ’ την καρέκλα τρομαγμένος και τον πήρα κατευθείαν τηλέφωνο. «Ο συνδρομητής που καλείτε έχει απενεργοποιημένη τη συσκευή του», είπε η αμείλικτη γυναικεία φωνή στο ακουστικό, μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τη φρίκη που με είχε κυριέψει.

Την επόμενη βδομάδα έλαβα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο πέντε καινούργια ποιήματα, συνοδευμένα από ένα απολογητικό κείμενο· μου ζητούσε συγγνώμη για την απότομη εξαφάνισή του και για την αναστάτωση που πιθανώς να μου προξένησε με κείνο το μήνυμα. Το κείμενο τελείωνε με τη φράση: «Ελπίζω αφότου διαβάσεις αυτά που έγραψα, να μην έχεις την αίσθηση ότι έχασες το χρόνο σου». Διάβασα τα ποιήματα και μου φάνηκε πως ήταν ό,τι πιο δυνατό είχε γεννήσει ως τότε το κυκλοθυμικό και πλούσιο πνεύμα του.

 

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης