Νυχτώνει, ανασαίνω την άνοιξη

λαίμαργα, κάτω από σκονισμένα φτερά

η ψυχή σφίγγεται περισσότερο

άλλοτε βουβά στη σιωπή

κι άλλοτε στη μάχη με το χάος του νου.

Γέμισαν λεμονανθούς τα κλαδιά

το άρωμα ερεθίζει τις αισθήσεις

όπως τότε, τρομακτικά ήρεμη

εγωιστικά μόνη

αναγνωρίζοντας τη φυσική ευθύνη

στη συνάντηση με την αλήθεια

απελευθερωμένη από ψευδαισθήσεις

και από την ύλη, τώρα πια.

Πόσο λίγο τελικά

μας εξουσιάζει ο χρόνος στην ωριμότητα

όταν πλάνες γεννιούνται

απ’ τις σκοτεινές δαντέλες της αβύσσου

και χορεύει στους φανοστάτες η βροχή

ώρες που αγγίζει η νύχτα ειρηνικά την πόλη

στιγμές που την ακολουθείς

εκλεκτικά στη μεγάλη πλατεία

ξεπλένοντας τη ζωή από τις στάχτες του χτες

έξω από την επίπλαστη εικόνα του κόσμου,

ερήμην όλων

θα πετρώσει και αυτή η ευκαιρία.

Έρχομαι με μια κρυφή μεθυστική χαρά

να ξεδιψάσω, άλλη μια φορά στα χέρια σου

όταν αγιάζουν οι μνήμες το ξημέρωμα

ίριδες ικέτιδες στις άκριες του δρόμου

μαζί με τις κρυμμένες ενοχές

θερισμένες ανίκητες σκέψεις

πίσω απ’ τα βλέφαρα.

Αύριο… η Αγάπη

δεν θα είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους

Αύριο… η Αγάπη

ένα χελιδόνι στο μπαλκόνι μας.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου