Ο Δάσκαλος Κανδηλάπτης

22.04.2018

Τράβηξε πολλά ο άνθρωπος, πάρα πολλά.
Κι αν δεν είχε μέσα του ψυχή σοφού ανθρώπου και οι ρίζες της φάρας του, αν πέστε... δεν ήταν βαθιές, μπορεί και να γονάτιζε, να έσκυβε το κεφάλι. Πολύ δεν θέλει.
Ήταν της πένας υπηρέτης και της σωστής γραφής κι ας ήλθαν στιγμές μαύρες και άραχλες κι έκανε τον κουρέα και τον καφετζή κι αφάνταστα άλλα χαμαλίκια. Για να περισώσει τα πιστεύω του, το έκανε, την οικογένειά του και τους άλλους. Άλλους πολλούς. Χριστιανούς, Αρμένηδες και Μουσουλμάνους. Αφού δεν μας ξεχώρισε ο Χριστός ούτε κι αυτός ξεχώρισε κανέναν.
Χρόνια γεμάτα αγωνία. Μια έτσι και μια αλλιώς. Τίποτα σταθερό και σίγουρο. Ποιος να βασιστεί σε μια Τουρκία, που βάλθηκε να παντρέψει το Ισλάμ με τον Δυτικό Διαφωτισμό, με ιδέες τουρλού-τουρλού και προσπάθειες που πέθαιναν πριν καλά-καλά ξεκινήσουν; Αδύνατον πράγμα.
Κάποιες ελπίδες ερχόταν κατά καιρούς, μα… δεν έλεγαν να κάτσουν και να διώξουν απ’ τους Ρωμιούς την καταχνιά. Με σκληρά χρόνια βάδιζε. Με το που μπήκε ο εικοστός αιώνας διωγμοί στην Θράκη. Σφαγές των Αρμενίων. Ξεσπίτωμα των Ποντίων. Στα 1918 και μέχρι το μαύρο, το ’22, μια γερή ανάσα πρόλαβαν και πήραν οι Έλληνες, ανάσα που παίρνει ο ετοιμοθάνατος κι ύστερα… Ύστερα, καταστροφή!
Μάζεψε τη φαμίλια του. Τα λιγοστά μπαούλα του τα γέμισε με τα κειμήλια της φυλής, έβαλε τα κοκαλάκια του κυρ-Ανδρόνικου Κομνηνού σε ένα κασελάκι κι ανέβηκε στο βαπόρι, την «Καβάλα», μ’ άλλους πολλούς ξεριζωμένους Πόντιους, ταξίδι για την Ελλάδα.
Ποια Ελλάδα; Μακάρι να ’ξερε, για ποια Ελλάδα.
Αυτός λάτρευε την Ελλάδα των ηρώων και των σοφών, με τα θέατρα και τα βουλευτήριά της και που πάνω της στηρίζονταν η ανθρωπότητα ολόκληρη. Δεν ήξερε, πως το βαπόρι τον πήγαινε σε μια Ελλάδα του διχασμού και της ντροπής. Δεν το ’ξερε.
Η προσφυγιά στριμώχνει την λαβωμένη αξιοπρέπειά της στα λιμάνια και στους σταθμούς. Θρηνεί τα μεγαλεία της και τον ξεριζωμό της. Βουλιάζει μες στο πένθος της. Ποιος νοιάζεται για τα οστά του Κομνηνού και τα κειμήλια της ποντιακής φάρας; Ψωμί! Ψωμί και δυο ντουβάρια με σκεπή θέλει η προσφυγιά, για να χωθεί από κάτω και να ξεχάσει το κακό. Να ξεχάσει θέλει. Αιώνιο το πρόβλημα της προσφυγιάς! Έτσι δεν είναι;
Η «Καβάλα» τους ξεφόρτωσε στην Αλεξανδρούπολη, τελικά.
Κι από εκεί, δάσκαλος στα Πάταρα της Αισύμης. Χωριό της προσφυγιάς. Χωρίς σχολειό. Χωρίς τίποτε. Όλα έπρεπε να γίνουν από την αρχή. Η αρχή! Αυτό κι αν δεν ήταν το πιο δύσκολο απ’ όλα.
Από πού αρχίζει ο δάσκαλος το μάθημα στα προσφυγόπουλα;
Από τον Μεγαλέξαντρο αρχίζει ή από τα πλούτη και την δόξα των Ποντίων; Τι λες σε ξυπόλητα παιδιά, για το χιλιόχρονο Βυζάντιο; Σε πεινασμένα μαθητούδια, με τι καρδιά να περιγράψεις χρυσά κύπελλα και τάσια των αρχαίων βασιλιάδων της Ρωμιοσύνης;
Τα άρχισε όλα από την αρχή, στάζοντας στις ψυχές τους την αρχαία γνώση, με δόσεις σιγανές, να κρατηθούν τα Ποντιόπουλα στο πλούσιο βυζί της Ιστορίας. Σιγά σιγά να καταλάβουν την ανεκτίμητη κληρονομιά, μη και ξιπαστούν από το θάμπος της και ξεστρατίσει ο νους τους.
Κι όλα καλά.
Τα πρωινά, μαθήματα στο σχολείο και γράψιμο τα βράδια, στο σπίτι. Έπρεπε όλη μας η κληρονομιά να καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια, μην έλθουν χρόνια και μας πουν απόπαιδα του παρελθόντος, κάποιοι ανίδεοι.
Δόξα τω Θεώ!
Οι σπόροι που έσπερνε από το 1924 και μέχρι το ’40, έπιαναν τόπο. Η πρώτη φουρνιά των κόπων του είχε κιόλας ανδρωθεί. Στο κάλεσμα της πατρίδας, για το μέτωπο της Αλβανίας το 1940 με τους Ιταλούς, η Αισύμη και τα γύρω της χωριά, έστελνε ό,τι καλύτερο είχε.
Όμως…
Ήλθε και ο Απρίλης του ’41.
Άσπλαχνος ένας Απρίλης.
Και πάνω που πάτησαν στην Αλεξανδρούπολη οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κατακτητές κι οι ντόπιοι, ανάστατοι, δεν ήξεραν να κάτσουν ή να φύγουν, πήγε και στήθηκε στο δημόσιο δρόμο της Χηλής και ρώταγε τους φαντάρους, που επέστρεφαν από το Μέτωπο, μην είδανε τον Θόδωρο. «Ανθυπολοχαγός του Πεζικού, στην Αλβανία, ρε παιδιά! Γιος μου, ρε παλικάρια! Της Σχολής Ευελπίδων!»
Δεν είδαν τον Θόδωρο.
Δεν ήξεραν τον Θόδωρο.
Αρνητικό το σήκωμα των ώμων.
Αρνητικοί κι οι μορφασμοί.
Ο ανθυπολοχαγός Θόδωρος Κανδηλάπτης ήταν άνεμος, θαρρείς, στην Αλβανία και φύσηξε ορμητικά και χάθηκε. Ποιος συγκρατεί έναν λεβέντη άνεμο, είκοσι δυο χρονών και ούτε; Ποιος;
Πόσες μέρες να στήθηκε στη γέφυρα του Βανικιώτη ο πατέρας του;
Λιγόστευε σιγά-σιγά η λιτανεία της σιωπής και της θλίψης. Κανείς δεν βρέθηκε, να του πει έστω και μια ψευτιά, για τον χαμένο Θόδωρο. Πως, τάχα, πιάστηκε αιχμάλωτος. Πως πολεμάει, τάχα, ακόμη με τους Εγγλέζους στα Τέμπη ή στις Θερμοπύλες. Σιωπή! Θανάτου σιωπή.
20 Απριλίου 1941, μέρα αξέχαστη, ένας από τους παλιούς μαθητές του στην Αισύμη, του είπε, πως βούιξαν οι εφημερίδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης με τον ηρωισμό του Ανθυπολοχαγού Θόδωρου Κανδηλάπτη! Στην μάχη του «Σπι Καμαράτε», εκεί πάνω, στα βουνά της Αλβανίας, πιάστηκαν πολλοί Ιταλοί αιχμάλωτοι! Πρέπει να ήταν πολύ υπερήφανος με το κατόρθωμα του άτυχου γιου του.
Σταμάτησε απότομα τα λόγια, που είχε ακόμη να του πει, ο μαθητής του.
Δεν τα ’ξερε τα άσχημα ο δάσκαλός του, για τον γιο του, τον Θόδωρο.
Πώς να τα ξέρει, δηλαδή;
Σάμπως, του έστειλε ένα μήνυμα κανείς;
Ούτε και πήρε ένα χαρτί, που σε τέτοιες περιπτώσεις στέλνει στους γονιούς η πατρίδα, για να τιμήσει τους πεσόντες. Και τις εφημερίδες πώς να τις δει, όπου τού τις έκρυβαν επιμελώς οι συγγενείς κι οι φίλοι του; Καλύτερο, καμιά φορά, το ψέμα. Φάρμακο είναι γι’ αυτούς, που δεν αντέχουν την αλήθεια.
Μια μέρα απ’ τις επόμενες, που βρέθηκε σε ένα καφενείο της Αλεξανδρούπολης, ένας του φίλος, που δύσκολα θα ’κανε λάθος, του είπε: «Συλλυπητήρια για το Θόδωρο, βρε Γιωργάκη Κανδηλάπτη. Ήρωας ο γιος σου!» και τον φίλησε σταυρωτά. Τον θανάτωσε τον άνθρωπο. Γύρισε σπίτι του αμίλητος, σκυφτός, ο δάσκαλος. Μπήκε και κοίταξε την κυρά του, με μάτια πνιγμένα στο δάκρυ. Με δάκρυα βουβά, ανταποκρίθηκε κι αυτή. Πολύ καιρό έπνιγε μέσα της την μαύρη αλήθεια, η κακομοίρα. Καιρός ήταν, να κλάψει φανερά πια, το παιδί της.
Ο κυρ-δάσκαλος πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του.
Τράβηξε απ’ το συρτάρι τα επιστολόχαρτα. Βούτηξε την πένα στο μελάνι, κοίταξε την νύχτα απ’ το παράθυρο κάμποσες φορές και πήρε σιγανά να γράφει:
«Αγαπημένε μου, γιε, Θεόδωρε…»
Έγραφε, έγραφε, έγραφε και μια κουβέντα απ’ όσες αράδιαζε στο γράμμα, δεν πρόδιδε, πως ένας ζωντανός γονιός γράφει σ’ ένα παιδί του σκοτωμένο.

Χαιρετώ σας

 

-

γράφει ο Γιώργος Ψύλλας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Ζωτικό ειδύλλιο

Ζωτικό ειδύλλιο

-Αυτό είναι δικό σας, είπε ο πωλητής μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που αποκάλυψε τη λευκή οδοντοστοιχία του, δίνοντας στο Σταμάτη το κλειδί του αυτοκινήτου. Εκείνος το περιεργάστηκε στη χούφτα του με δέος, σα να κρατούσε το άγιο δισκοπότηρο. Κάθισε στη θέση του οδηγού και...

Στον καφενέ της μικρής πλατείας

Στον καφενέ της μικρής πλατείας

Ο Τάσος, ο καφετζής, έφτασε όπως πάντα στην ώρα του, ν’ ανοίξει αχάραγα τον καφενέ, που βρισκόταν σε μια γωνιά της μικρής πλατείας. Ήδη απ’ έξω ήσαν καθισμένοι, να τον προσμένουν, τα πρώτα μαστόρια, που είχαν για πιάτσα το μαγαζί. -Καλημέρα. Πρωινοί, πρωινοί, βλέπω....

Πέρσα – Στέφανος

Πέρσα – Στέφανος

Όταν γνώρισα την Πέρσα ήμουνα πολύ νέος, ίσως πολύ νεώτερος απ’ αυτήν, αλλά με τις γυναίκες ποτέ δεν ξέρεις. Μόλις είχα τελειώσει τις Πανεπιστημιακές μου σπουδές και μιας και δεν γινόταν καν λόγος για μεταπτυχιακές στο εξωτερικό, λόγω οικονομικής αδυναμίας, (σημ. στην...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου