Select Page

Ο Μανώλης ο γκουρμές…

Ο Μανώλης ο γκουρμές…

 

 

 

Τον κοίταξε με τα έντονα πράσινα μάτια του επιθετικά. Ύστερα κοίταξε με παράπονο τον υπόλοιπο χώρο. Σα να πάλευαν δυο θεριά μέσα του. Μα το ένα το πρωτόγονο, εκείνο που κάνει την καρδιά του να χτυπά κρητικά, πήρε θέση.

- «Όη! Εγώ δεν τα κατέω τουτανά τα πράματα. Όποιος θέλει ας έρχεται επαέ. Όποιος δεν ορέγεται ας κάμει ό,τι τονε φωτίσει ο Θεός!»

Και με τα λόγια αυτά, έφυγε με βήμα αντρίκιο και δυνατό παρά τα γέρικα πόδια του μέσα στην κουζίνα χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω του.

Με θέα πλέον την ξύλινη μπλε πόρτα με το μεγάλο σιδερένιο κλειδί να κουνιέται ακόμα από το χτύπημα του παππού του, ο Μανώλης έμεινε ακίνητος στο χώρο. Με τούτο το κλειδί έχει κάνει τόσες ιστορίες μικρός. Θυμάται να το κάνει όπλο κι άλλες φορές να είναι το κλειδί για κάποιο τεράστιο κουτί γεμάτο από λίρες και κοσμήματα και εκείνος μαζί με τους φίλους του να γίνονται οι πειρατές μέσα στην ταβέρνα του παππού του.

-«Βρε διάολε θα σταματήσετε καμιά φορά να τριγυρνάτε γύρω μου; Δυο φορές πήγαν να μου πέσουν οι χοχλιοί! Μανώλη κάμε παιδί μου στην άκρη! Αμέτε να παίξετε έξω στο σχολειό!» φώναζε ο κυρ Μανούσος.

-«Μα παππού… εδώ είναι κρυμμένος ο θησαυρός!» του εξηγούσε ο Μανώλης και σιγοντάραν και τα υπόλοιπα πιτσιρίκια.

Κάθε χρονιά ο Μανώλης κατέβαινε με το που κλείνανε τα σχολεία κάτω στον παππού του, και καθόταν εκεί μέχρι να ξανανοίξουν. Με τα χρόνια γίνανε κολλητοί. Σιγά σιγά τον βοηθούσε και στην ταβέρνα. Μα πιο πολύ τον χάζευε όπως μαγείρευε.

-«Θέλει τέχνη αγόρι μου το φαΐ. Θέλει να του μιλάς. Να το σέβεσαι» έλεγε ο κυρ Μανούσος σαν έκοβε το κάθε λαχανικό ήρεμα και μαλακά σα να μην ήθελε να το πονέσει…

Η κουζίνα του κυρ Μανούσου δεν είχε πολλά. Λίγα και καλά. Σαν έμπαινες μέσα στο μαγέρικο του μοσχομύριζε ο δυόσμος, το δεντρολίβανο και το θυμάρι. Το ψυγείο γεμάτο από μαρούλια, φρέσκα κρεμμύδια και πράσα και γραβιέρα σκέτο βούτυρο κι ανθοτύρι πεντάγλυκο. Τα παξιμάδια δε λείπανε ποτέ από την κουζίνα του ούτε και το φρέσκο αχνιστό ψωμί που ’φερνε κάθε μέρα ο φούρναρης. Σε μεγάλα βάζα είχε φιστίκια και καρύδια και ένας ασημένιος μεγάλος τενεκές γεμάτος με τη δική του τσικουδιά καθόταν εκεί με καμάρι. Τα μπουκάλια ΒΙΟΧΥΜ έτοιμα να κεράσουν τη ζαχαρωτή πορτοκαλάδα που λάτρευε ο Μανώλης.

-«Παππού μη βάλεις πολύ νερό!» τον παρακάλαγε ο Μανώλης κι εκείνος του ’κλεινε το μάτι όταν δεν τους έβλεπε η μάνα του και του την έφτιαχνε πετιμέζι!

Ακόμα θυμάται εκείνες τις βραδιές που μαζευόταν όλο το χωριό στην αυλή του και τρώγανε μέχρι το πρωί. Έβραζε το κατσίκι από το πρωί ο παππούς του. Ποτέ του δεν μέτραγε χρόνο. Ούτε ποσότητες. Κι αυτός σαν τις γυναίκες του χωριού τα μέτραγε όλα με το μάτι στο μαγείρεμα. Η Αγάπη του, τον καταλάβαινε. Τον άφηνε να μαγειρεύει στην κουζίνα όπως ήθελε εκείνος, κι ας έπρεπε να φροντίσει 5 παιδιά και εκείνους. Όποτε έμπαινε στην κουζίνα εκείνη σώπαινε. Μέχρι που σώπασε εντελώς και ο κυρ Μανούσος σταμάτησε να μαγειρεύει για καιρό.

Πάνε δέκα χρόνια που έφυγε η Αγάπη του. Και 9 από τότε που γκρέμισε το μισό σπίτι και το έκανε ταβέρνα. Η ταβέρνα της Αγάπης. Για εκείνην. Για εκείνον. Πόσο κόσμο φιλοξένησε και τράταρε! Κι όλα από το περιβόλι του και από τα σφαχτά του. Σκόρπισαν και τα παιδιά του σε όλα τα μέρη. Οι δυο του κόρες στον Καναδά, τα δυο του αγόρια Αθήνα και το τρίτο στη Γερμανία. Γέμιζε από καρτ-ποστάλ την ταβέρνα του και φωτογραφίες από τα εγγόνια που δεν έβλεπε.

Με το παράθυρο που χτύπησε στον αέρα ο Μανώλης κατάφερε να ξεκολλήσει από όλες ετούτες τις εικόνες στο μυαλό. Αφηρημένος όπως ήταν δεν κατάλαβε ότι ο αέρας του πήρε το φυλλάδιο που κρατούσε στα χέρια.

Ένα μενού πετούσε τριγύρω στο χώρο και μαζί του και οι άγνωστες λέξεις του κυρ Μανούσου... πατέ ελιάς, σως βινεγκρέτ, σταμναγκάθι με ρόκα και φράουλες, λάδι με σαφράν, ριζότο με δεντρολίβανο και λιαστή ντομάτα…Ένα μενού από εκείνα τα γυαλιστερά με την ωραία γραμματοσειρά και τις λαχταριστές φωτογραφίες βάλθηκε να τριγυρνά γύρω γύρω στην ταβέρνα.

Ο Μανώλης έτρεχε ξοπίσω του. Μα εκείνο πότε σκάλωνε στη φωλιά των χελιδονιών που είχε αφήσει στη γωνία ο κυρ Μανούσος για καλοτυχία, πότε έπαιρνε φόρα και χωνόταν ανάμεσα στα σακιά με το φασκόμηλο και το δεντρολίβανο και πότε πετούσε γύρω γύρω από τα ψηλά παράθυρα σα να’θελε να χαζέψει τη θέα.

Αρωματισμένο και ταξιδεμένο μέσα στο χώρο το μενού έπεσε μέσα στο αναμμένο τζάκι του κυρ Μανούσου που καθόντουσαν οι χωριανοί και πίνανε το πρωτοράκι τους με γραβιέρα και λαδοκούλουρα. Σε λίγα δευτερόλεπτα όλο το πλάνο του Μανώλη για ανακαίνιση και «αλλαγή» είχε κατακαεί.

Ο Μανώλης κοιτάζοντας τις ιδέες του να γίνονται κάρβουνο κοντοστάθηκε στο τζάκι. Ύστερα γυρίζοντας τη ματιά του στο χώρο και ακούγοντας τον παππού του μέσα στην κουζίνα να τραγουδά ριζίτικα, αισθάνθηκε τόσο γελοίος που τον έπιασε νευρικό…

Το γέλιο του αντήχησε στο μικρό ταβερνάκι και το ράφι με τα βότανα χόρευε σούστα με το χοροπηδηχτό που έκανε…

«Ο Μανώλης ο γκουρμές» έλεγε και ξαναέλεγε και γέλαγε… σαν θυμόταν πώς τον βάφτισε ο παππούς του πριν λίγο κάνοντάς τον τότε έξαλλο…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!