Select Page

Ο παππούς ο συγγραφέας

Ο παππούς ο συγγραφέας

 

 

Η εγγονή μου, το Ρηνιώ, είναι το πιο έξυπνο πλάσμα που έχω γνωρίσει. Σας το λέω να το ξέρετε αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα το μάθετε και ποτέ. Θα πρέπει να το τελειώσω το κείμενο κι εγώ είμαι μόλις στην αρχή του.

Δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά είμαι συγγραφέας. Ναι συγγραφέας μη γελάτε. Από εκείνους που τους έβλεπες με μια γραφομηχανή παραμάσχαλα. Τάκα-τάκα τα πλήκτρα. Και τώρα ετούτος ο διάολος. Τσίκι-τσίκι παράταιρος ήχος μου φαίνεται με τούτα τα κουμπιά, και όλο μπερδεύω τα γράμματα κι ας είναι στην ίδια σειρά! Μα διάολε... αν δεν ακούσεις εκείνο το δυνατό ηχηρό γράμμα πώς θα νιώσεις τη λέξη;

«Παππού θα το χαλάσεις το λάπτοπ» φωνάζει και η Ρηνιώ μου. Τι να της πεις. Ας το χαλάσω. Και τι θα γίνει δα; Έτσι κι αλλιώς εκείνη μου το πήρε. «Για να ξαναγράψεις» είπε. Χατίρι δε της χάλασα ποτέ. Κι ας έβαλα εκείνη την τελεία πριν χρόνια. Δεν πάει άλλο είπα. Στέρεψα. Μάταια χτυπάω τις πόρτες του κόσμου. Ανθρωπιά δε βρήκα. Σαν κάηκε το σπίτι με τα γραπτά μου ούτε γείτονας δεν ήρθε να κρατήσει ένα λάστιχο. Μα και όταν καιγόταν, ο καπνός δεν πέρασε από τα ακριβά τους τζάμια να δεις, γι’ αυτό και δεν καρδιοχτύπησαν μαζί μου.

Συγγραφέας. Χα…! Έτσι συστηνόμουν. Κι ύστερα με ρώταγαν για τα βιβλία μου. Κανένα δεν ήξεραν. Παίρνανε ύφος μερικές-μερικές ότι τα είχανε κάπου διαβάσει ή τα ξέρανε. «αααα… ώστε εσείς είστε!» αναφωνούσαν με θαυμασμό για να μην ξεγυμνωθούν. Πλάκα που είχε όμως. Αράδιαζα ό,τι τίτλο μπορείτε να φανταστείτε. Ό,τι μου κατέβαινε. Ξαφνικά ένιωθα τις βιβλιοθήκες μου γεμάτες με σκονισμένα βιβλία. Κάθε βράδυ αχνίζανε οι ιστορίες στο δωμάτιο… ξετρύπωναν από τα βιβλία και ανακατεύονταν. Τελικά ήμουν σπουδαίος συγγραφέας!

Το Ρηνιώ σαν ήταν μικρό και το κουβάλαγα σε τούτες τις κοινωνικές υποχρεώσεις μου τράβαγε το σακάκι. «Μα παππού… δεν έχεις βιβλία» ψιθύριζε. «Σώπαινε Ρηνιώ μου της έλεγα. Στο πατάρι τα έχω» της έκανα για να μη ρεζιλευτούμε. Και εκείνη έτρεχε τα απογεύματα και μου ζητούσε σκάλα στο σπίτι να ανεβεί στο πατάρι να διαβάσει τα βιβλία του παππού της του συγγραφέα!

Όταν μεγάλωσε κατάλαβε. Πως ο παππούς της το μόνο που έκανε ήταν να γράφει χαρτιά. Πολλά χαρτιά. Ιστορίες από εδώ κι από εκεί. Χωμένες σε συρτάρια, σε μπαούλα… ακόμα και μία στην κατάψυξη βρήκαμε μαζί. «Βρε παππού, τόσες πεταμένες ιδέες» μου έλεγε σα μεγάλωσε λίγο. «Καθόλου πεταμένες» της έλεγα σαν ξεκολλούσα τα χαρτιά από τον πάγο. «Δροσερές και μυρωδάτες» της έλεγα μυρίζοντας τα χαρτιά που’χαν γεμίσει σοκολάτα από τα παγωτά του καλοκαιριού!

«Δε μου λες, τι είναι τώρα ετούτο;» της είπα παραξενεμένος. «Φωτογραφία παππού» είπε με χαρά. «Φωτογραφία το λες αυτό;» συνέχισα να απορώ. Μα διάολε, ένα πουλί πάνω σε ένα κεφάλι και όλο αυτό πετούσε πάνω από την έρημο Σαχάρα! Και εκείνο το παραθυράκι με την κοπέλα που το κοιτά πώς βρέθηκε; Άσε δε που η κοπέλα μοιάζει με φυλακισμένη! Όλα ετούτα της έλεγα και εκείνη γελούσε. «Για χάρη μου ρε παππού! Κάντο για χάρη μου» φώναζε με παράπονο

Έτσι με έβαλε τιμωρία στο δωμάτιό μου με το λάπτοπ. Μου το’ βαλε λέει και background για να το βλέπω συνέχεια. Να γράψω λέει ό,τι μου ‘ρχεται κοιτάζοντάς το. 1000 λέξεις λέει. «1000 ακριβώς; Ούτε μία παραπάνω;» τη ρώταγα κοροϊδευτικά. Κι εκείνη έφευγε ξεφυσώντας. Σα να το άκουγα το ώχου βρε παππού παράτα μας!

Δεν ξέρω πόσες ώρες πέρασαν κοιτάζοντας ετούτη τη φωτογραφία. Κάποια στιγμή με έπιασε και νευρικό γέλιο. Το τι χαχανητά έριξα με τούτο το πουλί δε λέγεται. Μέχρι και χάρο το φαντάστηκα. Να κόβει τα κεφάλια των πεθαμένων και να τα σεργιανά στην άμμο των Νεκρών. Κάτι σαν τη Νεκρά θάλασσα. Μόνο εκείνο το κορίτσι δεν ήθελα να βλέπω. Κάθε που πήγαινα να ταιριάζω τη φωτογραφία με μια ιστορία με έπιανε τρέμουλο.

Νύστα που λέτε. Σα μαθητούδι κι εγώ που έγραφα 100 φορές το «δε θα ξανακάνω φασαρία στο μάθημα» βαριόμουν να γράφω και να σβήνω. Συγγραφέας να σου πετύχει. Και τότε την είδα. Να φορά ένα άσπρο νυχτικό με το αρκουδάκι της στο χέρι και να με ρωτά. «Παππού πότε θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς;» και εγώ να την πιάνω αγκαλιά και να της χαϊδεύω τα μαλλιά κρατώντας τα δάκρυά μου και να της λέω γλυκά «Σε λίγο καρδιά μου σε λίγο. Πήγαινε να κοιμηθείς και θα’ρθει σε λίγο η μαμά να σου φιλήσει τα μαλλιά σαν θα κοιμάσαι». Ένα μαύρο κοράκι, τριγύρναγε με την κόρη μου και τον άντρα της πάνω από το σπίτι μας… πάνω από τα σπίτια όλων. Με αίματα στο σώμα. Έκανα να τους πιάσω μα τίποτα… έτρεχα- έτρεχα να τους φτάσω… μέχρι που απομακρύνθηκα από τα σπίτια… από τη γειτονιά από παντού. Μόνος σε μια έρημο, τριγυρνούσα να βρω την κόρη μου, την κορούλα μου… να της φωνάξω να μη μας αφήσει μόνους… μα τίποτα..

Ένιωθα να πνίγομαι. Η άμμος έκαιγε… άκουγα κοράκια παντού, τριγύρναγαν από πάνω μου με ψυχές στο στόμα μα πουθενά η ψυχούλα μου. Την έψαχνα παντού. Κούκλα μου κουκλίτσα μου της φώναζα, έλα να σου δώσω μια αγκαλιά μα τίποτα. Τα κοράκια με πλησίαζαν, μα σα να μη τους ταίριαζα, κανένα δε με έπιανε από τη ράχη. «Πάρτε με»… τους φώναζα. «Ελάτε διάολοι επιτέλους! Δε βαστάω άλλο! Θέλω να τη δω!» πότιζα το πρόσωπό μου από δάκρυα και ιδρώτα μα κανένα δεν με άρπαζε…

Και τότε, την είδα ξανά με το άσπρο νυχτικό της. «Παππού μη με αφήνεις. Μόνο εσένα έχω» είπε κλαίγοντας με μια αλυσίδα στο χέρι να την τραβά. Τα παράτησα όλα, έσπασα το παραθύρι, βρήκα τη δύναμη και της έβγαλα την αλυσίδα. Σκούπισα το κλαμένο πρόσωπό της και την αγκάλιασα σφιχτά. «Θα κάνω τα πάντα για σένα» της είπα.

Η λάμπα που έκαιγε τόση ώρα στο πρόσωπό μου με έκανε να ξυπνήσω. Έβραζε το μισό μάγουλό μου και έσταζε το μέτωπό μου. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα μα σαν τα σήκωσα και είδα τη φωτογραφία στο λάπτοπ ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά. «Διάολε… πόσο όμορφη φωτογραφία είναι τούτη!» είπα δακρυσμένος.

Είμαι εγώ που λες, ο παππούς ο συγγραφέας. Και τούτο το κείμενο θα το ανεβάσω για τη Ρηνιώ μου. 990 μετρά το κοντέρ. Κι άλλο λίγο, να το 1000!

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Ρίτα Μενεξίδου

    Πρωτότυπη, καλογραμμένη, με πολύ καλή ροή και γεμάτη εικόνες. Ευαίσθητη, τρυφερή αλλά και με χιούμορ συνάμα, Συγχαρητήρια, Μάχη!

    Απάντηση
    • MT

      Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια!

      Απάντηση
  2. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Και τότε την είδα. Να φορά ένα άσπρο νυχτικό με το αρκουδάκι της στο χέρι και να με ρωτά. «Παππού πότε θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς;» και εγώ να την πιάνω αγκαλιά και να της χαϊδεύω τα μαλλιά κρατώντας τα δάκρυά μου και να της λέω γλυκά «Σε λίγο καρδιά μου σε λίγο…”

    Συγκινητικό, τρυφερό, καλογραμμένο, με χιούμορ, απρόβλεπτο!
    ‘Ολα τα έχει αυτό σου το κείμενο, φίλη μου Μάχη!
    Συγχαρητήρια!

    Απάντηση
    • MT

      Αυτός ο παππούς μπήκε στην καρδιά μου από τότε που τον δημιούργησα… Υπάρχουν εκεί έξω καποιοι πολύ δυνατοί παππούδες και πολύ αγαπησιαρηδες…

      σας ευχαριστώ για την όμορφη κριτική….

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!