Περσεφόνη

Δημοσίευση: 20.12.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

Κόρη με ξέπλεκους βοστρύχους 

Να κάθεται κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους 

Το χαμόγελο του ήλιου να μην της χαμογελάει

Το άγγιγμα του αέρα να μην την ακουμπάει 

Μονάχα το έρεβος να την αγκαλιάζει 

Και να χτυπιέται από το βαρύ αγιάζι 

Αλλοτινά έτρεχε στα πράσινα λιβάδια 

Τώρα στον θρόνο κάθεται βαθιά μεσ΄ τα λαγκάδια 

Από την ώρα εκείνη την στερνή 

Που την έχασε η μάνα της απ΄ αυτή την γη 

Την άρπαξε ο Άδης, βάρβαρος γαμπρός

Και την Δήμητρα βαραίνει τώρα θρήνος κι οδυρμός

Γαμήλιο ταξίδι στην λίμνη Αχερουσία 

Και παράνυμφο τώρα κάποια Ερινύα

Της δόλιας μάνας ο καημός

Γίνεται χείμαρρος, άγριος ποταμός 

Ώσπου η κόρη να ξαναγυρίσει

Άνοιξη δεν θα ξαναμυρίσει 

Βαρύς χειμώνας θα υπάρχει 

Μέχρι την μονάκριβη της να ξανάχει

 

_

γράφει ο Σίσυφος Μελισσινός

Ακολουθήστε μας

Άνθρωπε

Άνθρωπε

Άνθρωπε. Αιώνια σκλάβε του χρόνου και της ματαιότητας σε έναν κόσμο αρετής και κακίας. Παλεύεις να γίνεις κάτι. Να αποκτήσεις ελευθερία. Και έτσι βρίσκεις τον εαυτό σου. Ενώ άλλες φορές τον χάνεις.  Πριν καν τον καταλάβεις…   _ γράφει η Διώνη...

Στεφανωμένος έρωτας

Στεφανωμένος έρωτας

Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω  για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς  τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές  που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια Γύρισα με τη δίψα στα χείλη  την παρόρμηση των κολασμένων  που τραγουδούν ακόμη  τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά Γύρισα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Στεφανωμένος έρωτας

Στεφανωμένος έρωτας

Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω  για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς  τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές  που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια Γύρισα με τη δίψα στα χείλη  την παρόρμηση των κολασμένων  που τραγουδούν ακόμη  τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά Γύρισα...

Άκουσέ με, Ουρανέ

Άκουσέ με, Ουρανέ

πρόλογος   σαν βραδιάζει και ο Πύργος πέφτει μία φίλη μου κρατάει το χέρι  και λέει δες! το αστέρι μας είναι ακόμα εκεί   θαρρώ πως είναι ψέμα δεν συνηθίζω άλλωστε να συλλέγω αστέρια αν και τα άδεια χέρια μου κάποτε γυμνά σμίγανε με τον ουρανό   δυο δυο...

Καημός

Καημός

Πού πας ψυχή γυρεύοντας την αγκαλιά, το χάδι, ακροβατώντας σε κλωστή αναζητείς το βράδυ, το λόγο το γλυκύ.   Εστέρεψες, απόκαμες μες της ζωής τη λήθη, τα βάσανα σε στράγγιξαν, οι έννοιες και τα λάθη,  τούτο το αβούητο το βράδυ.   Παλεύοντας να κρατηθείς απ’...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου