Η Τζένη δεν θυμάται να έχει αγαπήσει άλλον άντρα και γενικώς άλλο ανθρώπινο ον περισσότερο απ’ ό, τι τον Τζανή της, τον πρώτο της μεγάλο έρωτα που σημάδεψε την παιδική και εφηβική ζωή της. Εκείνος πήγαινε στην Πέμπτη Τάξη Δημοτικού και εκείνη στην Τετάρτη.

Ένα πανέμορφο αγόρι με ξανθά μπουκλάτα μαλλιά και μπλε  μάτια με καγκελωτές βλεφαρίδες. Αν το πηγούνι του γινόταν θεληματικό καθώς μεγάλωνε δεν το γνώριζαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, ήταν πολύ νωρίς να το πουν.

Μα και το Τζενάκι ήταν το ίδιο όμορφο. Αν αποκτούσαν παιδιά κάποτε, πώς θε να ‘ταν αυτά άραγε; Νομίζουμε δεν γινόταν ωραιότερα. Ο Θεός εξάντλησε σε τούτα δω όλη Του τη φαντασία, αν και σαν Θεός έχει πάντα καβάντζα και άλλα περιθώρια. Είναι ανεξάντλητος, Μεγάλη ΤΟΥ η Χάρη.

Τα ‘φτιαξαν λοιπόν τα δυο παιδιά και ολημερίς ήταν μαζί. Ένας ύπνος τα χώριζε μα και αυτός ήταν γεμάτος από τα όνειρα που έκαναν για την κοινή  ζωή τους.

Ο κυρ Γιώργης όμως ο πατέρας της, δεν τα σήκωνε αυτά τα ρεζιλίκια όπως τα αποκαλούσε, απειλώντας να βουτήξει από το γιακά τον Τζανή και να τον φιλοδωρήσει με ένα μπερντάχι σφαλιάρες να ΄χει να πορεύεται ο γαμπρός τρομάρα του.

«Πατέρα μου ξέρε το, αν πειράξεις τον Τζανή ΜΟΥ Θα είναι σαν να σκοτώνεις εμένα» απειλούσε το Τζενάκι που και γενναίο ήταν και δίκαιο.

‘’Ποιο ήταν το κακό’’ αναρωτιόταν. Αγαπούσε ένα αγόρι και πέραν της αγάπης δεν έκανε τίποτα. Μη και ήταν κακό πράγμα η ΑΓΑΠΗ; Τι μάς διδάσκει η Θρησκεία και τα βιβλία που διαβάζουμε; Αυτή λοιπόν σε αυτά υπάκουε και όχι στο απαγορευτικό απόπλου του κυρ Γιώργη με θάλασσα γαλήνια και ακύμαντη. ’’Τι στην ευχή, στον 21ο αιώνα ζούμε όχι στον Μεσαίωνα’’ αυτό ήταν το μότο της, με αυτό αποστόμωνε τον πατέρα της η …γραμματιζούμενη θυγατέρα!

Μα και εκείνος τι να πει στους συν ταβλαδόρους φίλους του στον καφενέ που όλο υπονοούμενα τού πετούσαν, μια και αυτή ήταν η διασκέδασή τους στο χωριό;

«Να τους πεις να κοιτούν τα δικά τους παιδιά και να πάψουν να  νοιάζονται για τον Τζανή μου και μ’ εμένα».

»Εγώ σεβαστέ μου πατέρα σού το λέω και ξέρε το. Μόλις τελειώσω και το Λύκειο, γιατί και αυτό το ΕΧΩ ΣΚΟΠΟ, θα τον παντρευτώ τον Τζανή και θα πάμε να δουλέψουμε στην πόλη μακριά από την στενομυαλιά τούτων εδώ των συγχωριανών μου που μόνο το κακό μου και το κακό σου θέλουν. Ούτε πριγκιπόπουλα ονειρεύομαι ούτε αρχοντόπουλα να έρθουν να με πάρουν πάνω στα κατάσπρα άλογά τους  να με πάνε στον πύργο τους. Εγώ τον Τζανή μου θέλω μοναχά και μίαν καλύβη!»

Και ο κυρ Γιώργης όταν άκουγε τούτα τα συγκινητικά και σοφά λόγια του δακρυσμένου του παιδιού, να δεις που ξεχνούσε και τα πικρόλογα που της έλεγε και τα κουτσομπολιά των πρεφαδόρων φίλων που τού πιπιλούσαν το μυαλό, δουλειά δεν είχαν, το αγκάλιαζε και κλαίγανε μαζί πατέρας και κόρη.

«ΕΓΩ ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ»…

«Το καλό μου, ω πατέρα μου, είναι ο Τζανής και μόνον αυτός». 

Και συνήθως στο σημείο αυτό τελείωνε ο διάλογος Γιωργή και Τζένης κάθε, μα κάθε ατέλειωτη φορά.

Και η μάνα; Η κυρά Γιώργαινα; Δεν ήξερε τίνος το μέρος να πάρει. Εκείνη, πού να ξέρει από αυτά; Δεκαπέντε χρόνων ήταν όταν τής έφεραν  προξενιό τον Γιωργή, αυτός ήταν ο άντρας της ζωής της και άλλον δεν γνώρισε κανέναν. Όχι πως είχε παράπονο, καλός άνθρωπος ήταν και μορφωμένος. Είχε βγάλει το Δημοτικό ενώ εκείνη σταμάτησε στην Τετάρτη που τώρα πήγαινε το μωρό της  δεν τα έπαιρνε βλέπεις και τα γράμματα ούτε και κανένας από τους γονιούς της ήξερε πιότερα να πεις ότι θα την βοηθούσε. Άκουγε τώρα την κόρη της να μιλάει για Λύκεια και σπουδές θαύμαζε και φοβόταν. ‘’Θα γίνει όπως θέλει ο Θεός ‘’ σταυροκοπιόταν και σταύρωνε το μοναχοπαίδι της. Να ήταν μοναχά ευτυχισμένο. Και αν ΕΥΤΥΧΙΑ σήμαινε Τζανής για την Τζένη και αυτή μαζί της, κατάληγε στον συλλογισμό της.

Είχε βέβαια και εκείνη τις δικές της απόψεις. Αλλά και που τις είχε, δεν μετρούσαν και τόσο. Για ΟΣΟ όμως; Και πάντα κατέληγε σε μία και μόνον φράση: ‘’αρκεί να είναι Θεέ μου ευτυχισμένο το βλασταράκι μου».’’

Και ο καιρός περνούσε γρήγορα όπως το συνηθίζει ο άτιμος και ήρθε η στιγμή να πάει ο Τζανής φαντάρος. Ήταν η πρώτη φορά που θα χώριζαν τα δυο παιδιά και το έφεραν βαρέως. Είπαν να αρραβωνιαστούν πριν εκείνος φύγει, μα η Τζένη δεν ήθελε να πιέζει καταστάσεις. Το μόνο που έκαναν ήταν να δώσουν όρκο βαρύ σαν αυτούς που συνήθως δίνουν  οι ερωτευμένοι, ότι ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΑΝ ΤΟ ‘ΦΕΡΕ Η ΜΟΙΡΑ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΘΕ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΑΝ ΚΑΙ ΑΥΤΗΝ, ΚΑΤΩ ΑΠΌ ΤΟΝ ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Τους ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ, ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ, ΝΑ ΑΝΑΝΕΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΣΧΕΣΗ τους ΓΙΑ ΠΑΝΤΟΤΕΙΝΗ ΑΓΑΠΗ.

Και έφυγε ο Τζανής.

Και η Πατρίδα τον έστειλε στο άλλο άκρο της Επικράτειας σε ένα μέρος που ούτε τηλέφωνο κινητό έπιανε σήμα, αλλά ούτε και το σταθερό λειτουργούσε. Και φυσικά, ούτε λόγος για internet και πράγματα πολιτισμένα, τριτοκοσμικές καταστάσεις, τι να λέμε και απορίας άξιον πώς κάτι τέτοια μέρη τα λες ‘’Ελλάδα.’’

Όμως, μπορεί ο Τόπος εκεί να ήταν πρωτόγονος να τον πεις, αλλά οι Νέοι , όπως παντού, βρίσκουν τρόπους επικοινωνίας. Μα δυστυχώς ο Τζανής δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Είτε γιατί ήθελε να ξεχάσει την Τζένη που τού έλλειπε πολύ, είτε γιατί ΕΤΣΙ το θέλησε η Μοίρα, βρήκε παρηγοριά σε μιαν άλλη νεανική αγκαλιά που την έλεγαν Μαριώ. Μα αυτές οι παρηγοριές κρύβουν κινδύνους, όπως ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και τον ανάγκασαν να την παντρευτεί εκών άκων.

Τα έμαθε το Τζενάκι τα χαΐρια του καλού της και όχι δεν αυτοκτόνησε, όπως ίσως θα περίμενε ο καθένας να συμβεί, πράγμα που θα ήταν και απολύτως κατανοητό. Δεν είπε λέξη, όπως και ο πατέρας της ο Γιωργής και μπράβο του, μα η σιωπή του ήταν τόσο εκκωφαντική που η Τζένη θα προτιμούσε να τον έβριζε και να καταριόταν τον Τζανή έτσι που κατέστρεψε τη ζωή της. Ένας πόνος άφατος αυτός των γονιών που ήξεραν τι περνούσε το παιδί τους.

Δεν τον άντεξε ο Γιωργής και πέθανε νεότατος, με ένα λυτρωτικό τέλος στο βάσανό του. 

Έμειναν οι δυο γυναίκες μόνες και τα πρώτα χρόνια δύσκολα. Μα τα κατάφεραν. Όχι γιατί όπως λένε οι άνθρωποι, ο πανδαμάτωρ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑΤΡΕΥΕΙ  ΠΛΗΓΕΣ, ΑΦΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΤΟ ΚΛΕΙΣΗΜΟ ΤΗΣ ΑΥΛΑΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΖΩΗ, αλλά, γιατί, άκουσον άκουσον, υπήρξαν και στιγμές που τον πρώην καλό της τον δικαιολογούσε κάπως. Με τη ζηλόφθονη Μοίρα τα έβαζε που είχε βάλει στο στόχαστρο μιαν όμορφη αγάπη, σε μιαν εποχή που η ΑΓΑΠΗ, το ομορφότερο των συναισθημάτων τίθεται υπό αμφισβήτηση. 

Και πάνω στον τέταρτο Χρόνο του χωρισμού της, στα 22 της χρόνια, γνώρισε ένα παλικάρι, τον νεοδιορισθέντα δάσκαλο του Δημοτικού, ταίριαξαν, τα έφτιαξαν, παντρεύτηκαν σύντομα και δημιούργησαν μια οικογένεια με στέρεες βάσεις και προοπτικές για μακροημέρευση.

Ο Δάσκαλος θαύμαζε τη γυναίκα του και για την ιστορία της με τον Τζανή αλλά και για το πώς διαχειρίστηκε τον χωρισμό της. Δεν ζήλεψε. Τώρα η Τζενούλα ήταν δική του. Για ένα πράγμα δε, ήταν απόλυτα σίγουρος . Αυτός, δεν θα φερόταν όπως ο Τζανής ούτε μία στο εκατομμύριο!

Τα χρόνια περνούσαν και κάποτε έφτασε η ημερομηνία της 1ης δεκαετίας τού όρκου που είχαν δώσει σαν νέα παιδιά. Άραγε θα τον κρατούσαν;

Η κοπέλα μίλησε στον άντρα της τον Δημοσθένη για τον όρκο της όχι για να πάρει την άδειά του, αλλά για να είναι εντάξει με την συνείδησή της. Και αν εκείνος δυσανασχετούσε, πολύ λυπόταν αλλά δεν το ’χε σκοπό να φανεί επίορκη. ΤΟΝ ΟΡΚΟ ΘΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ.

Έφτασε στον γέρο πλάτανο πρώτη. Άλλωστε δεν ήταν μακριά από το σπίτι της, με την καρδιά της να κάνει επικίνδυνα ακροβατικά στο στήθος μέσα. Η συγκίνηση τεράστια, λογικό ήταν. Και όταν σε λίγο εκείνος ήρθε δεν μίλησαν, δεν είπαν λέξη, μόνο αγκαλιάστηκαν και έμειναν αγκαλιασμένοι για πέντε λεπτά που τούς φάνηκαν αιώνες.

Τής είπε ότι είχε έναν γιο εννέα ετών, ότι με την γυναίκα του είχαν μια συμβατική σχέση, ότι δεν την ξέχασε ποτέ και ότι δεν θα ξανά ήταν ποτέ ευτυχισμένος.

Τού είπε ότι είχε μια κορούλα τεσσάρων ετών, ότι αγαπούσε και κυρίως εκτιμούσε έναν εξαιρετικό άντρα, τον σύζυγό της, ότι η αγάπη αυτή σε τίποτα δεν έμοιαζε μ’ εκείνην που είχαν οι δυο τους σαν παιδιά. Και ότι ευτυχία είναι στιγμές και μόνο.

Ανανέωσαν την υπόσχεσή τους για το ραντεβού της δεκαετίας και συμφώνησαν να έχουν μαζί και τα παιδιά τους, εκείνος τον Δήμο του (κοίταξε τώρα σύμπτωση !) και εκείνη την Ελπίδα της.

Τα χρόνια εξακολουθούσαν τον καλπασμό τους και η ώρα του ραντεβού τής 10ετίας ήρθε ξανά.

Η Τζένη, μια πανέμορφη νέα κυρία που πλησίαζε τα σαράντα. Η μόνη παραχώρηση που έκανε στον εαυτό της εν ονόματι της γυναικείας  φιλαρέσκειας ήταν να μην φορά τα γυαλιά μυωπίας που ήταν αρκετά αυξημένη  

Κι’ εκείνος; 

Στην σκέψη του, εκείνη χαμογέλασε τρυφερά… Ο Τζανής θα ήταν ένας ώριμος σαραντάρης με γκρίζους κροτάφους και λίγη κοιλίτσα; Αν όμως εξακολουθούσε να είναι κοκέτης, τίποτα από αυτά τα  δυο δεν θα είχε, θα έμοιαζε πολύ νεώτερος σίγουρα.

Αλλά Θεέ και Κύριε ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΟΥΤΟ ΕΔΩ; Ο νεαρός που πλησίαζε, δεν είναι δυνατόν να είναι ο Τζανής της. Σαν να μην πέρασε μέρα από την ημέρα που τον αποχαιρέτησε φαντάρο, με την καρδιά της θρύψαλα εκεί στον σταθμό του τρένου. Μα τα ίδια ξανθά μαλλιά με την μία μπούκλα να σκεπάζει το δεξί του μάτι πράγμα για το οποίο πάντα δεχόταν τα πειράγματα των φίλων τους, δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Αμίλητη και έκπληκτη τον ακούει να τής λέει με την λατρεμένη μελωδική του φωνή: 

« Γεια σας. Είστε η Τζένη δεν είν’ έτσι;»

Και μόνον τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο Τζανής τούτος ο πανέμορφος νεαρούλης αλλά μάλλον ο Δήμος ο γιος του. Απίστευτη ομοιότητα για την κοπέλα τουλάχιστον, που στα μάτια της ψυχής της κρατούσε ανέπαφη την εικόνα τού τότε.

Ένευσε ΝΑΙ με το κεφάλι και στο ερωτηματικό των ματιών της εκείνος της είπε:

«Κυρία μου, λυπάμαι αλλά ο μπαμπάς ‘’έφυγε’’ πάει ένας χρόνος τώρα. Μού είχε μιλήσει για την πανέμορφη σχέση σας και σαν να το ήξερε πως θα έφευγε τόσο νωρίς με εξουσιοδότησε,-ας το πω κι έτσι- αν κάτι τού συνέβαινε να έρθω στο ραντεβού σας όπως σας το είχε υποσχεθεί την τελευταία φορά που σας είδε. Μια απρόσμενη καρδιακή ανακοπή την ώρα που τραγουδούσε το αγαπημένο τραγούδι των δυο σας όπως μού είχε πει. Θαρρείς και τον ακούω…

‘’Πόσο πολύ σ’ αγάπησα 

Ποτέ δεν θα το μάθεις.

Απ’ τη ζωή μου πέρασες 

Αλάργεψες κι’ εχάθης

Καθώς τα διαβατάρικα 

Κι΄ αγύριστα πουλιά…

Κι’ αν δεν προσμένεις να με δεις

Κι’ εγώ πώς θα ξανάρθεις

εσύ του πρώτου ονείρου μου 

γλυκύτατη πνοή,

Αιώνια θα το τραγουδώ

Κι’ εσύ δεν θα το μάθεις

Πως οι στιγμές που μού ‘δωσες,

Αξίζουν μια ζωή!…’’

(Στίχοι: Παΐζη Κατίνα)

Η Τζένη έκλαιγε με ένα βουβό, σπαρακτικά άηχο κλάμα και ο Δήμος πήρε απαλά την Ελπίδα από το χέρι και απομακρύνθηκαν για να την αφήσουν λίγο μόνη να θρηνήσει την Πρώτη της Αγάπη…

Και για δες τώρα πώς τα φέρνει  η ζωή. Ο Δήμος και η οικογένεια της Τζένης κράτησαν στενή επαφή και όποτε εκείνος κατέβαινε Αθήνα, τούς επισκεπτόταν.

Μια υπέροχη Αγάπη αναπτύχτηκε μεταξύ  Δήμου και Ελπίδας και αυτό που άφησαν ανολοκλήρωτο οι γονείς τους, το ολοκλήρωσαν τα δυο παιδιά.

Μόλις εκείνη τελείωσε το Λύκειο αρραβωνιάστηκαν και έναν χρόνο μετά, έγινε και ο γάμος τους…

 

Το ραντεβού της 10ετίας στον γέρο πλάτανο του χωριού, ακόμη και μέχρι σήμερα, καλά κρατεί.

Έγινε κάτι σαν έθιμο, που γι’ αυτό γράφτηκαν οι ωραιότερες ιστορίες Αγάπης. Άξιζε να γίνει αυτό γιατί από την Αγάπη ωραιότερο συναίσθημα υπάρχει;  Συν τοις άλλοις είναι αυτή που έρχεται να διορθώσει παραλήψεις και λάθη που κάνει η Μοίρα!

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου