Πώς να κοιτάξεις στα μάτια ένα παιδί που έχει έρθει από πόλεμο κι έχει ζήσει τον τρόμο, τη φωτιά, την απώλεια; Πώς να φερθείς σε ένα αγόρι, αμούστακο σχεδόν, που από την παιδική του ηλικία, αντί για σάκα με βιβλία και τετράδια, του έδωσαν στο χέρι ένα όπλο και του έδιναν εντολές να σκοτώνει και που κάποια στιγμή δεν άντεξε, λάκισε και βρέθηκε απέναντί σου; Πώς να επουλώσεις τα τραύματα, εκείνα που δεν φαίνονται και που είναι μπολιασμένα μέσα σ’ ένα κορίτσι, που το βίαζαν για μέρες, επειδή δεν ήθελε να συνεργαστεί και κατάφερε να δραπετεύσει; Τι να πεις σ’ ένα παλληκάρι που αρνείται συστηματικά να επικοινωνήσει και η όψη του κρύβει πόνο, θυμό, τρόμο και παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης; Τι να του πεις, όταν η μόνη επαφή μαζί του είναι, να καρφώσει τη ματιά του στα δικά σου μάτια και σχεδόν ψιθυριστά να σε ρωτήσει «Έχεις ζήσει τον πόλεμο στην Συρία;» και μετά να βυθίζεται και πάλι; Τι να πεις στην γυναίκα που την χτυπά ο άντρας της, γιατί είναι θυμωμένος με ό, τι τους συμβαίνει, και η κουλτούρα, όπως και η θρησκεία, της επιβάλλουν την μη αντίδραση; Τι να πεις στο κορίτσι που είναι με την κοιλιά στο στόμα σχεδόν και κυοφορεί τον καρπό του βιασμού της; Πώς να επουλώσεις τις πληγές του αγοριού που το βίασαν, γιατί αρνιόταν να υπακούσει και ν’ ακολουθήσει “τους νόμους”;

Πόση δύναμη ψυχής πρέπει να έχεις, για να αντιμετωπίσεις, ν’ ακούσεις, να συμπονέσεις όλους αυτούς και τόσους άλλους, το ένα εκατομμυριοστό όσων μπόρεσαν να ξεφύγουν από την κόλαση που τους επέβαλαν οι “Μεγάλες Δυνάμεις”; Πώς να κρατήσεις τις δικές σου ισορροπίες μέσα σε τόση δυστυχία, σε τόσες εικόνες, που δεν τις έχεις βιώσει όμως; Πώς να αντιμετωπίσεις τους υποτιθέμενους ανθρωπιστές, που έχουν σπουδάσει τούτη την επιστήμη, και οι οποίοι αδιαφορούν έως και χλευάζουν, κάποιοι απ’ αυτούς, τούτους τους άμοιρους συνανθρώπους;

Και ναι, είναι άμοιροι, διότι σε τούτη τη φάση της ζωής τους, δεν έχουν την μοίρα που εκείνοι θα είχαν επιλέξει. Πριν από καιρό βρίσκονταν στη χώρα τους, στα σπίτια τους, στην γειτονιά τους, στις οικογένειες και στους φίλους τους, στον δικό τους μικρόκοσμο, στην δική τους καθημερινότητα. Και τώρα είναι σε κάποιο μέρος, σε κάποια άλλη χώρα, που δεν ήταν ο απώτερός τους σκοπός να βρεθούν. Είναι οι άνθρωποι που κατόρθωσαν να ξεφύγουν από έναν πόλεμο, τον οποίο δεν δημιούργησαν εκείνοι, είναι οι άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να θάψουν και να πενθήσουν τους νεκρούς τους, είναι οι άνθρωποι, που όλο τους το βιός βρίσκεται σε μια πλαστική σακούλα. Είναι αυτοί που δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει η επόμενη μέρα, είναι αυτοί που αγνοούν το αύριο και πού θα βρεθούν. Είναι οι άνθρωποι που ζητούν ασυλία, όχι για πλάκα, αλλά γιατί κινδυνεύει η ίδια η ζωή τους και προσπαθούν να σωθούν τόσο οι ίδιοι, μα πιότερο τα παιδιά τους…

Τι να πεις στους ιθύνοντες που “φιλοξενούν” αυτούς τους ανθρώπους -όσοι κατόρθωσαν, ξεπουλώντας ό, τι είχαν και δεν είχαν, για να μπουν σ’ ένα σαπιοκάικο που τους ξέβρασε σε μια ξέρα- και τους στοιβάζουν σε αντίσκηνα και λαμαρίνες, χωρίς να τους παρέχουν ίχνος ανθρωπιάς; Πώς να τους δώσεις να καταλάβουν, πως πέρα από την στέγη και το φαγητό, αυτοί οι φυγάδες αντιμετωπίζουν και θέμα υπαρξιακό, ειδικά όσοι έχουν διανύσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απραγίας σ’ έναν τέτοιο χώρο; Ή μήπως αυτό αναφέρεται στα ψιλά γράμματα; Πώς ανακατεύεις πολιτισμούς και θρησκείες σ’ ένα δωμάτιο δύο επί δύο, που σε κάποια δεδομένη στιγμή μπορεί να δημιουργηθούν επεισόδια; Πώς να ξυπνήσεις μνήμες και συνειδήσεις σε απάνθρωπες συμπεριφορές; Τι πρέπει να κάνεις, να πεις, να φωνάξεις, πως αυτοί οι άνθρωποι δεν ήρθαν να σου πάρουν το φαΐ, το σπίτι, το βιός σου; Πως δεν ήρθαν να σου καταπατήσουν δικαιώματα, περιουσίες, πολιτισμό και θρησκείες; Πώς να τους εξηγήσεις πως δεν αρκεί η “φιλοξενία” και πως πρέπει, επιβάλλεται, να νοιώσουν ξανά άνθρωποι, ν’ αποκτήσουν σκοπό επιβίωσης και πάλι, να νοιώσουν ότι είναι χρήσιμα και δημιουργικά όντα και πως έχουν δικαίωμα στο όνειρο, μικρό ή μεγάλο;

Πώς μπορείς να δώσεις, στον απλό άνθρωπο, να καταλάβει πως κάποτε οι παππούδες του είχαν βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση; Πώς να του εξηγήσεις πως στις χώρες των περισσοτέρων, κάποτε βρέθηκαν οι γονείς και οι γονείς των γονιών του, ζητώντας ένα καλύτερο αύριο; Πώς να του πεις πως οι τότε “λαθρομετανάστες” Έλληνες δεν κακοποιήθηκαν, δεν στερήθηκαν φροντίδας, αγάπης και εκτίμησης από κείνους που τους φιλοξένησαν στις χώρες τους, αντίθετα, έζησαν, δημιούργησαν και έφτιαξαν περιουσίες, και που κάποιες φορές οι ίδιοι κακοποίησαν και κακομεταχειρίστηκαν αυτούς που τους φιλοξενούσαν και τους υπηρετούσαν;

Τι να πεις, μα την αλήθεια, σε αυτούς που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, πήγαν σχολείο, έμαθαν την γλώσσα και τον πολιτισμό της καταγωγής τους, έφτιαξαν εκκλησίες για να λατρεύουν την δική τους θρησκεία, σε χώρες που τα γονικά τους ήταν μετανάστες; Τι να τους πεις πως και οι δικοί τους ήταν τότε, γύρω στον Β΄ Π. Πόλεμο, “λαθραίοι εισβολείς”, εφόσον δεν τους κάλεσε κανείς, δεν είχαν άδειες παραμονής, στις αρχές τουλάχιστον, και σήμερα αυτά τα “παιδιά” είναι οι φανατικοί πολέμιοι αυτών των άτυχων συνανθρώπων;

Με ποιο δικαίωμα αποκαλούμε κάποιον “λαθρο-οτιδήποτε”; Πόσοι έχουμε ασχοληθεί, έστω και για δύο μόλις λεπτά, τι σημαίνει αυτή η λέξη; Υπάρχει άνθρωπος λαθραίος; Ακόμα κι εκείνος που οφείλει την ύπαρξή του σ’ έναν βιασμό, ΔΕΝ είναι λαθραίος. Έχουν γραφεί και ειπωθεί διάφορα για το λήμμα αυτό. Γιατί δεν μας αρέσει η λέξη παράνομος, κρυφός; Και, μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά γιατί χρησιμοποιούμε αυτήν τη λέξη για ανθρώπους, η οποία αφορά σε αντικείμενα κατά το πλείστον;

Πώς, πόσο και γιατί γινόμαστε τόσο σκληροί; Πώς μπορούμε να νοιώθουμε πως επιτελούμε και τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, όταν ξεχνάμε το “αγαπάτε αλλήλους”; Πώς γίνεται να ξεχνάμε ή να επιτρέπουμε να μας επιβάλλουν την λήθη; Πώς, μα την αλήθεια, πώς;

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια