Μαύρο της λάβας στις κόγχες των ματιών
οξειδωμένα νέφη της πορφύρας περνούν μακριά
γκρι της τέφρας ανεμίζει στα μαλλιά
χαμογελάς σαν θεός,
ξενυχτάς σαν άγγελος φύλακας
και η καρδιά σου, μια παράξενη στεριά
αυτή που αναδύεται από το λουλακί της θάλασσας
και υψώνεται έρημη
αγγίζοντας το βαθύ μπλε του ουρανού
μια πέτρα φλεγόμενη ν' αρμενίζει στην αιωνιότητα.
Χιλιάδες χρόνια θαρρώ,
άθικτη η εικόνα σου μέσα μου
μέσα στις στάχτες,
αγρυπνά ο φόβος μύστης και μυσταγωγός
αναγνωρίζεις το άστρο που είναι στραμμένο στο Νότο
νύχτα ενστίκτου,
κρατά η ψυχή τα ακριβά της σημάδια
νύχτα, σηκώσαμε επιτέλους τις πέτρινες άγκυρες
για να μας βρει ο όρκος με το φως της αυγής ακέραιο.
Μπαίνει πάντοτε δρασκελώντας το κατώφλι
ο πόθος ασεβώντας στη νόηση
φορτωμένος αλάτι και φώσφορο και φωνές
και πειρασμούς
γι’ αυτόν που θέλει να ψηλαφίσει τη σιωπή
σκούρος καιρός ήρθε να σε ξυπνήσει απ' τον πηλό
αφουγκράζεσαι,
η μνήμη μεταλαβαίνει στο ποτήρι σου.
Ενδημείς στους μύθους,
ονειρεύεσαι ακόμη Τον Έρωτα
στα ερείπια του παλιού φάρου διαβατήριες λάμψεις
στο ασημένιο μονοπάτι της έρημης πλαγιάς
συντρόφισσες σκιές δυο - δυο στον ανήφορο
εικόνες παράλληλες, ζωές δανεικές,
σκέψεις αλχημικές κι εμείς περαστικοί
έτσι απλά, για να καταναλώσω το σκοτάδι
θησαυρίζοντας την αγωνία στα παγωμένα χέρια.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!