Στο σβήσιμο του χρόνου

18.12.2019

Πλησιάζουν οι γιορτές. Ο χρόνος, έτσι όπως έχουμε μάθει να τον καθορίζουμε, τείνει να λήξει. Είν’ η ώρα, σε λίγες μέρες, η κλεψύδρα να γυρίσει ανάποδα. Λίγοι κόκκοι έμεινα για ν’ αδειάσει τελείως…

Κόσμος πάει κι έρχεται στους δρόμους. Άλλοι για να λογαριάσουν πώς θα τα φέρουν βόλτα για να ευχαριστήσουν τους δικούς τους και ειδικά τα παιδιά, άλλοι γαι να “κλέψουν” λίγη χαρά και προσμονή από τους νέους και οι πιο τυχεροί, εκείνοι που μπορούν να ψωνίσουν τα δώρα τους.

Κάποιοι εκεί γύρω υπάρχουν και οι “άλλοι”. Αυτοί, που όπως λέει κι ο λαός μας, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Εκείνοι οι “παραπεταμένοι” στους δρόμους, που τις περισσότερες φορές δεν είναι και τόσο φιλόξενοι, ειδικά τον χειμώνα. Είναι αυτοί που σκύβουν το κεφάλι από ντροπή, γιατί έτσι τους τα έφερε η ζωή και που πολύ δειλά απλώνουν το χέρι…

Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που δεν πεινούν τόσο πολύ από φαγητό, μα από αγάπη, από συντροφιά, από αγκαλιά. Είναι αυτοί οι “υπερήλικες” που οι κληρονόμοι τους περιμένουν να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον για την κληρονομιά, αγνοώντας επιδεικτικά την ύπαρξή τους.

Σε μια γωνιά τούτης της πολύβουης πόλης βρίσκεται και μια οικογένεια, με όλη τη σημασία της λέξης. Δεμένοι μεταξύ τους και προπάντων, όλοι μαζί, γύρω από την γιαγιά. Αυτή τους έχει απομείνει κι έχουν μάθει από τα παιδικά τους χρόνια, όπως τους έλεγε εκείνη: “…τα μωρά έχουν ανάγκη από αγκαλιά, αγάπη και φροντίδα. Τα ίδια ακριβώς έχει ανάγκη κι εκείνος που άλλη χαρά και προσδοκία δεν έχει πια, από αυτά τα τρία…”

Τούτη η γιαγιά έλεγε πολλά από τα νιάτα της. Της άρεσε να διαβάζει, να ακούει, να κουβεντιάζει. Όταν ήταν παιδούλα, πού την έχανες πού την έβρισκες, ανάμεσα σε παππούδες και γιαγιάδες. Και όταν πια μεγάλωσε, “μάθαινε από τους νέους”, έλεγε. Πάντα παρέα με παιδιά που κι αυτά με την σειρά τους την αγαπούσαν, την εκτιμούσαν.

*

–      Γιαγιά, πέρασε άλλος ένας χρόνος. Τι μπορείς να μου πεις για τους μήνες, τις βδομάδες και τις μέρες που πέρασαν;

–      Θέλεις κι εσύ να μου πεις τι γινόταν χθες το βράδυ;

–      Έβρεχε…

–      Όχι. Δεν έβρεχε μονάχα. Θύμωσε ο καιρός. Θύμωσαν τα σύννεφα με όσα κάνουμε στην φύση και όχι μόνο και άρχισαν να αναμετρώνται ποιο θα κάνει τον μεγαλύτερο θόρυβο και ποιών η αψιμαχία θα φέρει μεγαλύτερη λάμψη.

–      Και;

–      Και;;; Εγώ γέρασα, παιδάκι μου. Μεγάλωσα, όπως λέει κι ένα παιδικός μου φίλος, γιατρός. Εν αποστρατεία… Αυστηρά προσωπικά, οφείλω να πω ένα μεγάλο “Ευχαριστώ!…” Ανοίγοντας, όμως, ο κύκλος, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ευχάριστα ή έστω, λίγο αισιόδοξα…

–      Γιατί το λες αυτό; Δεν σου αρκεί που εσύ και η οικογένειά μας είμαστε καλά;

–      Όχι, καμάρι μου. Για να είμαι καλά, θα πρέπει να είναι ο γείτονας, ο φίλος, ο γνωστός, ακόμη και ο άγνωστος. Πώς μπορώ να είμαι καλά, όταν ξέρω πως η κάθε θεομηνία δεν βρίσκει όλο τον κόσμο κάτω από ένα κεραμίδι, με ένα πιάτο ζεστή σούπα, με μια κουβέρτα να τον ζεσταίνει; Πώς να είμαι ικανοποιημένη, όταν ξέρω τι γίνεται παραδίπλα και παραέξω;

–      Και τι θα ήθελες να μπορούσες να κάνεις ή να ευχηθείς έστω;

–      Τι θα ήθελα… Ένα μόνο πράγμα. Να φωλιάσει γερά και σταθερά η αγάπη στις καρδιές και στις ψυχές αυτών που δημιουργούν τους πολέμους. Να φωλιάσει στις ψυχές όλων μας η καλοσύνη, η συμπόνια, η ενσυναίσθηση. Να πάψουν να υπάρχουν παιδιά πονεμένα, δυστυχισμένα και πεινασμένα, όταν τα αγαθά που παράγει τούτος ο κακοποιημένος πλανήτης, μπορεί να θρέψει για πολλά χρόνια, όλο τον πληθυσμό του.

–      Βρε γιαγιάκα μου, γιατί πάντοτε σκέφτεσαι τους άλλους και χαλάς την δική σου χαρά; Μοιάζει σαν να γκρινιάζεις διαρκώς…

–      Τελειώνει η ζωή μου, παιδί μου, με άσχημες εικόνες… Βλέπεις, εγώ δεν πρόλαβα να ζήσω τις ασχήμιες των πολέμων με όσες δυστυχίες έφεραν… Ξεριζωμούς, εξαθλίωση, πείνα και προπάντων πόνο… Και τώρα βλέπω να επαναλαμβάνονται όλα αυτά που διάβαζα, που άκουγα… Γιατί; Γιατί κάποιοι λίγοι θέλουν τα πάντα, κλέβοντας τις ζωές των πολλών; Αυτό δεν είναι αδικία, παιδί μου;

–      Είναι αδικία και τα έχουμε πει τόσες φορές. Τι πρέπει να κάνουμε για να μπορέσουν να διορθωθούν αυτά;

–      Εμείς πια, ακόμα και οι γονείς σας, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα, γιατί είμαστε υπεύθυνοι για όσα κακά συμβαίνουν. Εμείς τους δίναμε και τους δίνουμε τόσα χρόνια το δικαίωμα να μας κοροϊδεύουν και να μας εξευτελίζουν. Εμείς, με την ανοχή μας και το βόλεμά μας, τους αφήνουμε να μας αδειάζουν τις ζωές και την αξιοπρέπεια, για να πλουτίζουν εκείνοι. Δεν γκρινιάζω, αγάπη μου, αλλά και δεν μπορώ να κλείνω τα μάτια και τα αφτιά στα στραβά και τα ανάποδα.. όταν σφαλίσουν τα μάτια μου, εύχομαι εσείς οι νέοι να είστε πιο μελετηροί από μας, γιατί όπως λένε, η ιστορία επαναλαμβάνεται, εφόσον δεν μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

–      Τόσα χρόνια, βρε γιαγιά, δεν έχεις κουραστεί να τα λες;

–      Πες-πες, παιδάκι μου, κάποια αφτιά μπορεί να συγκρατήσουν, αν όχι όλα, κάποια απ’ αυτά και να μην γίνουν τα ίδια λάθη. Και τώρα πες μου. Έκανες αυτό που σου ζήτησα; Δεν πιστεύω να το είπες σε κανέναν.

–      Έκανα ό, τι ακριβώς μου είπες και κανείς δεν ξέρει. Ούτε κι οι ίδιοι.

–      Μπράβο, αγάπη μου! Αλήθεια, πες μου. Τα παιδιά τους χάρηκαν τουλάχιστον;

–      Ξετρελάθηκαν, γιαγιάκα μου! Οι φωνές τους ακούγοντας μέχρι το άλλο τετράγωνο!

–      Να είσαι καλά, παιδάκι μου και να ‘χεις την ευχή μου! Άντε, βοήθησέ με τώρα να πάμε στο τραπέζι που θα μας περιμένουν.

–      Έλα, πιάσου από το χέρι μου.

–      Τι όμορφα να έχεις νεανικά μάτια!.. Για πες μου, αλήθεια, τι καιρό έχει σήμερα;

–      Μια υπέροχη λιακάδα! Η ήλιος χαμογελά και μας κοροϊδεύει… Έτσι δεν μας έλεγες πάντα, όταν μετά από μπόρα, ξεπρόβαλε ολόλαμπρος ο ήλιος;

–      Ακριβώς έτσι, μάτια μου…, στην κυριολεξία!… Και μια τελευταία ερώτηση: έχουν έρθει όλοι;

–      Ναι, κοριτσάκι μου γλυκό. Έχουμε μαζευτεί πάλι καμιά τριανταριά…

–      Είπατε και στην κυρά Δέσποινα;

–      Πρώτη-πρώτη. Με την κόρη και την εγγονή της μαζί.

–      Θυμήθηκαν να βάλουν και το σερβίτσιο του ξένου, του Χριστού;

–      Δίπλα σου πάντοτε, γιαγιά μου!

–      Την ευχή μου, παιδιά μου. Την ευχή μου να έχετε. Κι εσύ, δίπλα μου. Μη μ’ αφήσεις μονάχη…

–      Και πότε σε άφησα; Ντροπή, παλιοκόριτσο, και να το ζητάς…

–      Έλα, έλα πάμε. Πώς είμαι;

–      Μια κούκλα, όπως πάντα!…

–      Πόσα ξέρεις… Πόσα ξέρεις…!

 

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Οι προσφορές των εφημερίδων

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Κατακόκκινο κεράσι

Κατακόκκινο κεράσι

Σηκώθηκα απρόθυμα το πρωί… τέντωσα τα χέρια μου, χασμουρήθηκα και σύρθηκα ως τo μπάνιο. Άλλη μια καινούργια μέρα ξεκινάει, σκέφτηκα. Ε και;…. καινούργια μέρα! Λες και πρόκειται να συμβεί κάτι καινούργιο αυτή τη μέρα. Όλα είναι προδιαγεγραμμένα. Θα σηκωθώ, θα πάω για...

Η αμοιβή

Η αμοιβή

Η βαριά συρόμενη πόρτα του καθιστικού άνοιξε και η μεσόκοπη γυναίκα γλίστρησε μέσα κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό πακέτο. Χυμένος στην πολυθρόνα στο βάθος, με την πελώρια βιβλιοθήκη στο πλάι του, ο γέρος αγνάντευε απ’ το παράθυρο τον κήπο καθώς ο ήλιος βασίλευε. Το...

Της γριάς τα κοτόπουλα

Της γριάς τα κοτόπουλα

Την γριά δεν θυμάμαι να την είχα συναντήσει ποτέ. Όμως, χωρίς να την ξέρω, την σκέφτομαι πάντα, αναπολώντας, ιδίως όταν περνώ απόγευμα έξω από το μαγαζί της, στην παραλιακή Νέας Κίου – Ναυπλίου. Για την ακρίβεια εκεί που ήταν πριν καμιά εικοσαετία το μαγαζί της, που...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου