Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια του τα μελιά και εκείνο που διέκρινε, πραγματικά την κατατρόμαξε.

Αυτός από τη μεριά του, κατέβαλε προσπάθειες να κρύψει τις μύχιες σκέψεις και σχέδια που έκανε όχι επί χάρτου, αλλά κατ’ ευθείαν στο δόξα πατρί.

Είναι πράγματι αλήθεια αυτό που λένε ότι μόνον αν κοιτάξεις κάποιον στα μάτια έχοντας και μια κάποια εμπειρία και εξάσκηση, μπορείς να διαβάσεις τα πάντα εκεί μέσα. Ένας καθρέφτης καθαρός, με ολόγυμνη τη ανελέητη αλήθεια.

Τον κοίταζε λοιπόν η Ασπασία και διάβασε την σίγουρη καταδίκη της καλύτερα από το να της την έλεγε με λόγια, περιστροφές και ναι μεν κι’ αλλά…

Ακόμη δεν της είχε κάνει κουβέντα για χωρισμούς και διαζύγια αλλά τα πράγματα προς τα κει βάδιζαν ολοταχώς.

Απορίας άξιον γιατί το καθυστερούσε τόσο! Μήπως και αυτός με την σειρά του φοβόταν κάτι και ποιο να’ ταν αυτό το πανευλογημένο ανασταλτικό ΚΑΤΙ, που την κρατούσε ακόμη ζωντανή; Έ, Πώς! Άλλο να ‘σαι εκκολαπτόμενος δολοφόνος που σχεδιάζεις πώς θα κληρονομήσεις το βιος της χαμένης τής συζύγου σου και άλλο δολοφόνος που δεν καταφέρνεις να κρυφτείς και θα απολαμβάνεις στο εξής την παγωνιά ενός ανήλιαγου κελιού για το υπόλοιπο της ζωής σου. Δεν χρειάζεται πολλή φαιά ουσία να ξοδέψεις για να καταλάβεις ότι πρέπει να σκεφτείς καλά τι θες να κάνεις για να βγεις κερδισμένος χωρίς να γίνεις τσακωτός.

Της Ασπασίας η ‘’ανάγνωση’’ της καταδίκης της δεν ήταν βέβαια τόσο υψηλής πιστότητας, να την πούμε έτσι. Όχι. Το πολύ πολύ να έφτανε μέχρι σε μια διάσταση ή έναν σπαραξικάρδιο χωρισμό που γι’ αυτήν την ερωτευμένη γυναίκα ισοδυναμούσε με ‘’καταδίκη’’ και γι’ αυτό την χαρακτηρίσαμε έτσι. Δολοφονία; Ούτε που της πέρασε από το μυαλό. Τον άντρα της τον είχε αγαπήσει, τον είχε εμπιστευτεί, τον είχε πιστέψει και δεχτεί με τα ελαττώματά του με το σκεπτικό ότι έτσι είναι οι άντρες! Αδύνατον να το πιστέψει κανείς, μα αυτή ακριβώς η αρνητική ειλικρίνεια του λεβέντη της ήταν που την εξίταρε και τον ερωτεύτηκε τρελά. Από έναν τέτοιο άντρα νόμιζε ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτα, δεν είχε κρυμμένους άσους στα μανίκια του. Έτσι, είχε μπει στη μάχη αυτού που το λέμε ΑΓΑΠΗ, άοπλη και παραδομένη άνευ όρων. Γι’ αυτό και τώρα απορούσε, όπως είπαμε, που δεν τής έλεγε ΤΙ κακό συμβαίνει.

Τον άντρα βέβαια, ένας τέτοιος τύπος γυναίκας τον βολεύει, αλλά πολεμιστής και κυνηγός από κούνια όπως οι όμοιοί του, την γυναίκα αυτή δεν την θεωρεί αντάξιά του την περιφρονεί κατά βάθος. Εκείνον τον ελκύει η άξια παρτενέρ στο σκάκι της ζωής. Και βέβαια η Ασπασία δεν ήταν παρά μια αθώα ερωτευμένη που η μεγάλη της περιουσία κινητή και… ακούνητη την άφηνε αδιάφορη, ενώ για εκείνον είχε γίνει σκοπός της ζωής του να την κάνει δική του. Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι, γιατί να θέλει να την σκοτώσει και να καρπωθεί μια περιουσία την οποία και μόνο να τής την ζητούσε θα το θεωρούσε εκείνη και τιμή της να τού παραχωρήσει τόσο το τελευταίο τούβλο των άπειρων σπιτιών της, όσο και το τελευταίο τετραγωνικό κομμάτι γης;

Μα στο αξιότιμο κάθαρμα, δεν άρεσε μια τέτοια προοπτική. Όχι να τον περάσουν για κανέναν προικοθήρα! Α όχι. Αυτός ήταν ένα υπερήφανο αρσενικό. Ήθελε να απολαύσει αυτά που θα αποκτούσε, με την ευστροφία ενός μυαλού οδηγημένου μεν από τον μέντορά του τον Βελζεβούλ, χωρίς όμως να χάσει την εκτίμηση των συνανθρώπων του.

‘’Για μια τιμή ζούμε’’ ήταν το moto του!…

Τώρα, σαν τι είδους τιμή λογαριάζεται μια τιμή βαμμένη στο αίμα; Τι να πούμε και μείς; Το τετριμμένο για την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής; Ας αποφύγουμε την κορεσμένη λεκτικά, αμπελοφιλοσοφία.

Είχε το θράσος να λέει και να το πιστεύει το κτήνος, ότι ‘’για μια τιμή ζούμε και το ευρύ μέτωπό μου το θέλω άσπιλο και αμόλυντο’’!…

Yeς Sir. Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε…

Τελικά ο εκκολαπτόμενος δολοφόνος ωρίμασε και βρήκε τον ευφυή τρόπο εξόντωσης της κυρίας. Τα χάδια, τα φιλιά και όλα τα άλλα που της πρόσφερε, θα πληρώνονταν το βάρος τους σε χρυσό γιατί τόσο τα εκτιμούσε ο ίδιος, όταν μάλιστα προσφέρονται με αναγκαστικό τρόπο, παίρνουν ακόμη μεγαλύτερη αξία στο χρηματιστήριο αξιών της απατεωνιάς και εγκληματικότητας.

Δυο σταγόνες αρσενικό στον πρωινό καφέ της Ασπασίας τον οποίον καφέ, αξίωσε εκείνος να τής τον ετοιμάζει κάθε πρωί, ενθυμούμενος τους ιπποτικούς τρόπους που την είχε συνηθίσει στην αρχή του έγγαμου βίου τους και τους είχε όλως διόλου ξεχάσει.

Τώρα, να πίνεις τον θάνατο κάθε πρωί χωρίς να το καταλαβαίνεις και να νιώθεις πανευτυχής για την ανανέωση των συναισθημάτων του καλού σου, είναι, πώς να το κάνουμε, ολίγον γκραν γκινιόλ τούτο δω το μιράκολο. Γιατί η Ασπασία όχι μόνο δεν απόρησε για την ανεπαίσθητη αλλαγή της υφής τής γεύσης του ροφήματος, που από τον ενθουσιασμό της και όλο το μπουκάλι με το αρσενικό να της σέρβιρε δεν θα απορούσε, αφού της το έδινε εκείνος και αυτή η έλλειψη απορίας, θα ήταν και η τελευταία ενός φτωχού ερωτευμένου μυαλού σαν το δικό της πριν παραδώσει το πνεύμα… Μα και μείς με τη σειρά μας αναρωτιόμαστε:

Μα καλά υπάρχουν ακόμη τέτοια μυαλά στην αγορά;

Αν υπάρχουν λέει;

Απαντά σαν ηχώ η ίδια η φωνή μας. Γιομάτη η αγορά δίπλα στα αρνίσια μυαλά και τα μοσχαρίσια. Πάντα θα υπάρχουν ερωτευμένες καρδιές που θα πληρώνουν ακριβά έναν έρωτα. Ελεεινό ον ο άνθρωπος φίλε, το ελεεινότερο της πανίδας, το έχουμε χιλιοπεί.

Κανένα παράδειγμα δεν παίρνει από τη φύση.

Ανοίγουμε εδώ μια παρένθεση για να πούμε κάτι σχετικό:

Κάθομαι στο μπαλκόνι μου και παρακολουθώ με συγκίνηση τις ερωτοτροπίες ενός ζευγαριού περιστεριών. Υπέροχο θέαμα, μέχρι και την ‘’στιγμιαία’’ ολοκλήρωσή του. Μετά λίγο καιρό, βλέπω τα ίδια αυτά περιστέρια να έχουν κτίσει μια φωλίτσα πάνω στο air condition του απέναντι σπιτιού από το δικό μου και να επωάζουν τα αβγά τους, τον καρπό του σμιξίματός τους εκ περιτροπής, πότε εκείνος ο κοκκινόφτερος πατέρας, πότε η μέλλουσα μανούλα που καλέστηκαν από τη φύση, να διαιωνίσουν το είδος. Τι πανέμορφη άδολη ΑΓΑΠΗ,ΑΠΛΗ ΜΕΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΛΛΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ, ΧΩΡΙΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ. Μοιρασμένοι οι ρόλοι, οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα. Μακάρι έτσι να φερόταν και ο άνθρωπος. Ζήλεψα ομολογώ. Και δεν διάβασα ποτέ, ή μάλλον διάβασα αλλά σπάνια, παρόμοιες ιστορίες αγάπης, να εξυμνούνται από ποιητές και συγγραφείς.

Κλείνει η παρένθεση.

Ο καιρός περνούσε και το δηλητήριο έκανε άριστη δουλειά. Κάτι ατονίες, κάτι λιποθυμικές τάσεις της Ασπασίας αποδόθηκαν από το σαΐνι γιατρουδάκι στην κλιμακτήριο της κυρίας, αλλά πρόσθεσε, ‘’ότι καλό θα ήταν να έκανε και ολίγας αιματολογικάς εξετάσεις για επαλήθευση της διάγνωσης και σιγουριά’’.

‘’Αιματολογικές;’’ Διέρρηξε τα ιμάτιά του ο επίδοξος δολοφόνος. ‘’Σιγά μη μας πει να κάνουμε και μαγνητική. Γιατρός να σού πετύχει. Δεν έχει να κάνεις τίποτα Ασπασία, είπα και λάλησα.’’ Και αφού το είπε το αφεντικό, το θέμα θεωρήθηκε βέβαια λήξαν. Κύριος της ζωής και της αρρώστιας της, ο σύζυγος και μη πει λέξη κανείς.

‘’Και γιατί monsieur αρνείστε;’’

‘’Εγώ την γυναίκα μου δεν την αφήνω στα χέρια ενός βαμπίρ που θα την βάλει και σε ένα μηχάνημα που μοιάζει με το φούρνο που ψήνουμε το αρνί. Αν είναι άξιος επιστήμονας ας βρει από τι πάσχει το άτομο, βασιζόμενος στις γνώσεις του και μόνο, όπως έκαναν οι γιατροί του παλιού καιρού’’…

Και να δεις ότι πολλοί ήταν αυτοί που συμφώνησαν με τα λεγόμενά τού αχρείου, χωρίς να ενσπείρει υπόνοιες για κάτι κακό.

Το φαντάζεστε; ΑΝ άκουγε το γιατρό και έκανε ‘’τας αιματολογικάς’’ την ίδια στιγμή θα καταλάβαιναν και οι πλέον αδαείς ΤΙ συμβαίνει με την μαντάμ. Δεν σφάξανε το λοιπόν κυρίες μου και κύριοι.

Έτσι ένα πρωινό μιας συννεφιασμένης Κυριακής, πιο συννεφιασμένης από αυτήν του Τσιτσάνη, η κυρία του κυρίου, ΤΕΖΑ μεν, αλλά όχι και εντελώς εντελώς.

‘’Και τώρα τι κάνουμε εαυτέ μου; Αν κάποια στιγμή επέλθει ως εύχομαι το μοιραίον, ο Ιατροδικαστής που θα την κάνει φύλλο και φτερό δεν θα δει τι έφταιξε; Πώς και δεν υπολόγισα αυτήν την παράμετρο; ΕΝΑ το κρατούμενο. Και δύο τα κρατούμενα ΤΙ ΕΚΑΝΑ ΤΟΣΕΣ ΩΡΕΣ αφ’ ης στιγμής συνέβη το ατύχημα και δεν ειδοποιούσα το 166, καθόμουνα και απολάμβανα το θέαμα;

Όχου βάσανα που τα’ χει ο κόσμος μια φορά!’’

Και συνέχισε τον μονόλογο τής απελπισίας του:

‘’Να τους πω ότι υποψιάζομαι μη και ήθελε να αυτοκτονήσει; Δεν στέκει. Όχι. Δεν αυτοκτονεί κανείς με δόσεις.

Να τους πω ότι έχω υποψίες για έναν κινέζο κομπογιανίτη που είχε αναλάβει την κούρα αδυνατίσματός της;’’

«Τίποτα από αυτά να μην πεις. Να μας πεις ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ;»ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΑΝ αφού τον ξετίναξαν στις ερωτήσεις που τον έκαναν να καταρρεύσει και να τα ομολογήσει ΟΛΑ.

Ο ΕΞΥΠΝΑΚΙΑΣ…

Τώρα, απολαμβάνει το εγκλεισμό του σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στην απομόνωση, και κλαίει μαύρο δάκρυ…

Η Ασπασία το πρώτο πράγμα που ζήτησε από τους δικηγόρους της, μόλις άρχισε να συνέρχεται, ήταν να καταφέρουν να την πάνε να δει τον καλό της.

«ΓΙΑΤΙ βρε αγάπη μου το έκανες αυτό; Εσύ με αγαπούσες. Δεν είναι έτσι; Θα πρέπει ΕΓΩ ΝΑ ΕΚΑΝΑ ΚΑΤΙ που σε θύμωσε και θέλησες να με τιμωρήσεις. »Είπαν ότι το έκανες για να καρπωθείς την περιουσία μου, αν είναι δυνατόν.

»Αφού αν μού το ζητούσες ΟΛΑ θα σού τα έγραφα εγώ. Το ήξερες, στο είχα νομίζω, πει. Μην ακούω λοιπόν βλακείες.

»Από τη μεριά μου θα ξοδέψω τα πάντα για να σε βγάλω από εδώ μέσα. Για μένα, μόνον εσύ μετράς».

Την άκουγε ο δολοφόνος και απορούσε: ‘’Ω μέντορά μου Βελζεβούλ, ήξερες εσύ ότι υπάρχουν στην Γη τέτοια βλήτα;’’

«Άσε Ασπασία, μη νοιάζεσαι, μια χαρά είμαι και δω μέσα. Αλήθεια σού λέω». Τής είπε ανακουφισμένος που γλίτωσε από τα χειρότερα!… ‘’Τα βλήτα με τα βλήτα, γίνεται κάποιου είδους συμβίωση μ’ αυτά; μπρ μπρ’’ αποφάνθηκε το καθαρόαιμο αρσενικό.

Η συνέχεια της συνηθισμένης αυτής ιστορίας, συνηθισμένη κι’ αυτή!!!…

 

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου