– Γράψε…

– Και τι να γράψω; Την ιστορία της ζωής μου;

– Βρε, πιάσε χαρτί και μολύβι, είσαι και της παλιάς σχολής, παλιομοδίτισσα που λέμε, και γράφε.

– Τι ωραία που τα λες. Εσύ γιατί δεν γράφεις;

– Έλα μου, ντε. Που αν έπιανα μολύβι και χαρτί, θ’ αναστέναζαν και τα βουνά μαζί με τους κάμπους…

– Και γιατί δεν το κάνεις;

– Πας καλά; Με τόση κατήφλα που υπάρχει, να βάλω κι άλλη;

– Γιατί; Τόσο πικραμένη ιστορία θα γράψεις;

– Πλάκα έχεις. Λες και δεν ξέρεις. Έχω κάτι άλλο να γράψω;

– Πώς δεν έχεις… Έχεις την υγειά σου, έχεις την οικογένειά σου, έχεις ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι ν’ απλώσεις την κορμάρα σου…

– Έχω, πώς δεν έχω. Έχω κι άλλα, όμως.

– Όπως;

– Έχω δάνειο, έχω ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, εφορία και ΕΝΦΙΑ. Α, ξέχασα, έχω και κοινόχρηστα, πρέπει να φάω, να ντυθώ κι έχω και το παραπανίσιο έξοδο: τα τσιγάρα μου…

– Έλα, μωρέ. Αυτά τα έχουμε όλοι.

– Αυτό το ξέρω. Για καινούριο μου το λες ή είπα πως είμαι η μοναδική με όλα τούτα τα προνόμια;

– Και λοιπόν; Πρέπει να γράψεις για όλα αυτά; Πρέπει να θυμίζεις στον καθένα τα προβλήματά του;

– Αυτό δεν σου λέω κι εγώ;

– Εσύ μου λες να γράψω εγώ. Μήπως δεν έχω τα ίδια προβλήματα; Τι θέλεις, δηλαδή, να γράψω;

– Σκάρωσε κάτι εύθυμο, ρε παιδάκι μου.

– Πού να το βρω, καρδούλα μου, για να το σκαρώσω; Πού να παραγγείλω τα πρώτα υλικά; Κι ύστερα, αφού εσύ ξέρεις την συνταγή, γιατί δεν το σκαρώνεις;

– Τι λες, μωρέ; Πού να βρω τη διάθεση για χιούμορ; Μου τελείωσε. Πάπαλα, που λένε. Κι αφού έβλεπα πως το σακί άδειαζε, δεν πήγα ν’ αγοράσω κανένα κιλό, να μου βρίσκεται, να το έχω καβάτζα…

– Και τότε πώς μου λες να γράψω εγώ;

– Αφού δεν μπορώ εγώ, θα μπορείς εσύ. Έτσι δεν γίνεται πάντα; Όταν κάπου μπερδεύομαι, εσύ, σαν σανίδα σωτηρίας, με ξεμπερδεύεις.

-.Ποτέ, όμως, στο γράψιμο.

– Χαχαχα! Ξέρεις πόσες φορές σε έχω κλέψει κι έχω φτιάξει δική σου ιδέα, όταν κουβεντιάζουμε, σαν δική μου;

– Μα αυτό δεν θεωρείται κλοπή. Θα ήταν, αν ετοιμαζόμουν να σκαρώσω, όπως λες, κάτι, το μοιραζόμουν μαζί σου κι εσύ το επόμενο λεπτό έφτιαχνες την ιστορία που σου είχα εκμυστηρευτεί.

– Ναι, αυτό είναι χοντρή κλεψιά. Εγώ μιλάω για μια καραμέλα ή ένα κομματάκι σοκολάτας. Τόσο μικρή κλεψιά…

– Ορίστε! Βρήκες θέμα! Γράψε, λοιπόν, εσύ για την κλοπή, την αιτία της και βάλε της και κανένα χαμόγελο. Κι έτοιμη η ιστορία σου!

– Εγώ δεν μπορώ και το ξέρεις. Αφού, λοιπόν, βρήκες το σχέδιο, κέντησέ το. Άντε, να το διαβάσω και να καμαρώσω πάλι! Φεύγω, για να σ’ αφήσω να το σκαρώσεις!…

– Θεοπάλαβη καρδούλα μου, εσύ!…

γράφει η  Αθηνά Μαραβέγια 

 

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!