Το άγραφο χαρτί

Δημοσίευση: 13.02.2019

Ετικέτες

Κατηγορία

– Γράψε…

– Και τι να γράψω; Την ιστορία της ζωής μου;

– Βρε, πιάσε χαρτί και μολύβι, είσαι και της παλιάς σχολής, παλιομοδίτισσα που λέμε, και γράφε.

– Τι ωραία που τα λες. Εσύ γιατί δεν γράφεις;

– Έλα μου, ντε. Που αν έπιανα μολύβι και χαρτί, θ’ αναστέναζαν και τα βουνά μαζί με τους κάμπους…

– Και γιατί δεν το κάνεις;

– Πας καλά; Με τόση κατήφλα που υπάρχει, να βάλω κι άλλη;

– Γιατί; Τόσο πικραμένη ιστορία θα γράψεις;

– Πλάκα έχεις. Λες και δεν ξέρεις. Έχω κάτι άλλο να γράψω;

– Πώς δεν έχεις… Έχεις την υγειά σου, έχεις την οικογένειά σου, έχεις ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι ν’ απλώσεις την κορμάρα σου…

– Έχω, πώς δεν έχω. Έχω κι άλλα, όμως.

– Όπως;

– Έχω δάνειο, έχω ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, εφορία και ΕΝΦΙΑ. Α, ξέχασα, έχω και κοινόχρηστα, πρέπει να φάω, να ντυθώ κι έχω και το παραπανίσιο έξοδο: τα τσιγάρα μου…

– Έλα, μωρέ. Αυτά τα έχουμε όλοι.

– Αυτό το ξέρω. Για καινούριο μου το λες ή είπα πως είμαι η μοναδική με όλα τούτα τα προνόμια;

– Και λοιπόν; Πρέπει να γράψεις για όλα αυτά; Πρέπει να θυμίζεις στον καθένα τα προβλήματά του;

– Αυτό δεν σου λέω κι εγώ;

– Εσύ μου λες να γράψω εγώ. Μήπως δεν έχω τα ίδια προβλήματα; Τι θέλεις, δηλαδή, να γράψω;

– Σκάρωσε κάτι εύθυμο, ρε παιδάκι μου.

– Πού να το βρω, καρδούλα μου, για να το σκαρώσω; Πού να παραγγείλω τα πρώτα υλικά; Κι ύστερα, αφού εσύ ξέρεις την συνταγή, γιατί δεν το σκαρώνεις;

– Τι λες, μωρέ; Πού να βρω τη διάθεση για χιούμορ; Μου τελείωσε. Πάπαλα, που λένε. Κι αφού έβλεπα πως το σακί άδειαζε, δεν πήγα ν’ αγοράσω κανένα κιλό, να μου βρίσκεται, να το έχω καβάτζα…

– Και τότε πώς μου λες να γράψω εγώ;

– Αφού δεν μπορώ εγώ, θα μπορείς εσύ. Έτσι δεν γίνεται πάντα; Όταν κάπου μπερδεύομαι, εσύ, σαν σανίδα σωτηρίας, με ξεμπερδεύεις.

-.Ποτέ, όμως, στο γράψιμο.

– Χαχαχα! Ξέρεις πόσες φορές σε έχω κλέψει κι έχω φτιάξει δική σου ιδέα, όταν κουβεντιάζουμε, σαν δική μου;

– Μα αυτό δεν θεωρείται κλοπή. Θα ήταν, αν ετοιμαζόμουν να σκαρώσω, όπως λες, κάτι, το μοιραζόμουν μαζί σου κι εσύ το επόμενο λεπτό έφτιαχνες την ιστορία που σου είχα εκμυστηρευτεί.

– Ναι, αυτό είναι χοντρή κλεψιά. Εγώ μιλάω για μια καραμέλα ή ένα κομματάκι σοκολάτας. Τόσο μικρή κλεψιά…

– Ορίστε! Βρήκες θέμα! Γράψε, λοιπόν, εσύ για την κλοπή, την αιτία της και βάλε της και κανένα χαμόγελο. Κι έτοιμη η ιστορία σου!

– Εγώ δεν μπορώ και το ξέρεις. Αφού, λοιπόν, βρήκες το σχέδιο, κέντησέ το. Άντε, να το διαβάσω και να καμαρώσω πάλι! Φεύγω, για να σ’ αφήσω να το σκαρώσεις!…

– Θεοπάλαβη καρδούλα μου, εσύ!…

γράφει η  Αθηνά Μαραβέγια 

 

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Ακολουθήστε μας

Το καλώδιο που έμεινε έρημο και η αλλαγή που δε θα ‘ρθει

Το καλώδιο που έμεινε έρημο και η αλλαγή που δε θα ‘ρθει

Ζω στη μεγάλη γκρίζα πόλη, δεν έχει σημασία το όνομά της. Εξάλλου όλες οι πόλεις, όσο μεγάλες και αν είναι, αποπνέουν το ίδιο κλίμα καφκικού εγκλεισμού: στενοί δρόμοι, στενά σπίτια, αδιέξοδα φυσικά και αφηρημένα, άνθρωποι που μιλούν με αινίγματα, ατμόσφαιρα επικίνδυνα...

Εγώ, η Δέσποινα

Εγώ, η Δέσποινα

Καθισμένη πλάι στο καλοριφέρ, η Δέσποινα προσπαθούσε να ζεστάνει τα παγωμένα χέρια της. Κάθε τόσο, έριχνε μια κλεφτή ματιά να δει μήπως ξύπνησε το αφεντικό. Παραδόξως κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Είχε, επομένως, κάμποση ώρα να απολαύσει την ηρεμία της, έστω κι...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Εγώ, η Δέσποινα

Εγώ, η Δέσποινα

Καθισμένη πλάι στο καλοριφέρ, η Δέσποινα προσπαθούσε να ζεστάνει τα παγωμένα χέρια της. Κάθε τόσο, έριχνε μια κλεφτή ματιά να δει μήπως ξύπνησε το αφεντικό. Παραδόξως κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Είχε, επομένως, κάμποση ώρα να απολαύσει την ηρεμία της, έστω κι...

Μας λείπεις

Μας λείπεις

Απομεσήμερο και στον ολάνθιστο κήπο μιας αυλής, χάμω στο νοτισμένο χώμα, το λούκι μάλλον έχει βουλώσει. -Κάθισε, κάθισε, νά, εδώ!, στο ψάθινο σκαμνί, κάτω από το γιασεμί που αναπνέεις το βράδυ στη φύση, κάθισε να σου πω αυτό που φαντάζεσαι και δεν το θέλεις, που όμως...

Και έρχεται η επιβίωση

Και έρχεται η επιβίωση

Κάθε βράδυ, όταν συνήλθε η μητέρα της, σαν σε όνειρο έρχεται η γιαγιά της, και της λέει:  -Άννα, το κορίτσι και τα μάτια σου!  Και την μαλώνει που το καντήλι της είναι σβηστό, το τζάκι σβηστό και ο ουρανός μελανός.  Στιγμές μετά, και τα πύρινα μάτια, η αγωνία:  -είσαι...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου