Η Πέρσα, η γηραιά έφηβη, πλησίαζε τα ογδόντα, μα οι ιστορίες της έμοιαζαν πάντα νεανικές, έσφυζαν από ζωή και φρεσκάδα και δεν είχαν τίποτα απ’ ό,τι κουβαλά στις πλάτες του ένας ηλικιωμένος άνθρωπος.

Παρά τις μικροαρρώστιες της, απέφευγε να μουρμουράει και να παραπονιέται για να αποτελεί τον ομφαλό της γης όπως το συνηθίζουν τα γερόντια. Το αντίθετο μάλιστα. Τις περισσότερες τις απέκρυβε από τους δικούς της, γιατί θα άρχιζαν να την πιέζουν για γιατρούς και νοσοκομεία που σιχαινόταν όσο τίποτα άλλο.

Γηραιά έφηβη λοιπόν και είχε κρατήσει πολλές από τις νεανικές της συνήθειες, τότε που κοριτσόπουλο παντρεύτηκε τον συγχωρεμένο τον άντρα της, τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Από το θάνατό του και μετά, όλοι οι δεσμοί της, δεν ήταν παρά μόνον η ανάγκη συντροφιάς, αν και στην Πέρσα άρεσε η μοναχικότητα. Υπήρχαν φορές που δεν ήθελε γύρω της ούτε τα παιδιά ούτε τα λατρεμένα της εγγόνια ακόμα. Όχι δεν ήταν μονόχνοτη και παράξενη, μα είχε εκπαιδεύσει τον εαυτό της να αντέχει στη μοναξιά και να μην επιβάλει την παρουσία της σε κανέναν, τώρα που πια, ό,τι ήταν να δώσει  το έδωσε και με το πάρα πάνω.

 

Μια από τις αγαπημένες συνήθειες της ήταν να ψωνίζει από το μπακαλικάκι του κυρ Μήτσου και όχι από το τεράστιο Super market που και φθηνότερο ήταν αλλά και έβρισκες εκεί τα ελέη του Αβραάμ και του Ισαάκ. Απεχθανόταν να παίρνει τα όσπρια της συσκευασμένα, που όπως έλεγε, ποιος ξέρει τι χημικά χρησιμοποιούσαν για να διατηρηθούν και πέρα από την αναγραφόμενη πάνω τους ημερομηνία λήξεως. Χάζευε τα φασόλια και τις φακές, χύμα σε τσουβάλι, εκεί στο παλιομοδίτικο μπακαλικάκι και τρελαινόταν να ακούει τον Κυρ Μήτσο να της εκθειάζει το εμπόρευμά του με αγάπη και επαγγελματικότητα που δεν στερείτο αλήθειας. Ήταν τόσο ειλικρινής στην διαφήμισή του που ο πελάτης ένιωθε ήδη την νοστιμιά τους πριν τα φάει από το τσουκάλι του! Και βέβαια δεν διαψεύστηκε ποτέ, ό,τι έλεγε αυτό και εισέπρατταν οι πιστοί του εκλεκτοί πελάτες μετά το ψήσιμό τους και τον τρόπο μαγειρέματος τους ακόμη, που σαν καλός μάγειρας συμβούλευε την πελατεία του.

«Βραστερά κυρά Πέρσα μου πολύ βραστερά φασόλια. Μούλιασε τα από βραδύς και το αλάτι προς το τέλος για να μην σφίξουν και δεν θα ξεσφίγγουν μετά, όσο και να βράσουν. Μόλις πάρουν την πρώτη βράση, άλλαξε τους το νερό. Αυτό, μόνο για τα φασόλια, όχι για άλλο όσπριο, καθένα με τα χούγια του, που λένε. Το αλεύρι σου να το διατηρείς στο ψυγείο να μην πιάσει μαμούνι, καθώς και το ρύζι σου».

Συμβουλές που η Πέρσα άκουγε κάθε φορά, μα κάθε φορά, χρόνια τώρα, απολαμβάνοντας της το ίδιο.

«Καλημέρα κυρ Μήτσο μου».

«Καλημέρα σου κυρία Πέρσα μου, καλή μου πελάτισσα».

«Βραστερά τα κουκιά σου;»

«Μα τι να λέμε τώρα; Δεν θα προφτάσεις να τα βάλεις στη φουφού και έτοιμα. Πρόσεξε και αυτά θέλουν το μούλιασμα τους όπως και τα ρεβίθια. Άντε μπράβο. Οι πελάτισσες οι δικές μου είναι οι καλύτερες μαθήτριες μου. Κολλέγιο το μαγαζάκι του φίλου σας μανδάμ, κολλέγιο. Κάτι άλλα μεγαλομάγαζα, ονόματα δεν λέμε, μόδα πουλάνε μόνο και φιγούρα. Η ουσία είναι εδώ στα τσουβάλια τούτα και στα βαρελάκια με λακέρδες, ρέγκες και αντζούγιες. Αυτές τις τελευταίες ξαλμύριζε τις καλά, γιατί  το πολύ αλάτι βλάπτει, ανεβάζει την πίεση λένε, και μετά βάλτους λαδάκι και ξύδι και απόλαυσε νοστιμιά. Το ίδιο κάνε και με τις ελίτσες τις θρούμπες. Λύσσα είναι οι άτιμες, αφού εγώ που δεν νοιάζομαι για πίεσες και τέτοια, προσέχω για να έχω, που λένε».

«Τι να σού πω κυρ Μήτσο μου και μόνο που τα λες μού ανοίγεις την όρεξη. Εσύ τώρα, δώσε μου δύο ρέγκες, γιατί όσπριο χωρίς ρέγκα λέει; Δεν λέει. Δώσε μου τώρα τη σέσουλα θα σερβιριστώ μόνη μου, κοίτα τη δουλίτσα σου που πλάκωσε κόσμος. Εγώ ξέρω πια από αυτά, τόσα χρόνια πελάτισσά σου. Άλλωστε στα πολύ νιάτα μου υπήρξα μπακαλοπαίδι, για να βγάζω το χαρτζιλίκι μου».

«Χα χα χα. Αμ, έτσι πες τα μου το λοιπόν. Καλή μαθήτρια και με προϋπηρεσία. Άριστα δέκα και με τόνο κυρά Πέρσα μου. Μπράβο σου. Το πόσο σε χαίρομαι δεν λέγεται. Το λέω και στη μάνα μου, που είναι καμιά δεκαριά χρόνια μικρότερή σου και είναι για απόσυρση, εσύ κοπελούδα».

 

Σκέτη απόλαυση ο άνθρωπος αυτός και τα προϊόντα του σε σχέση άμεση με τον πελάτη και όχι απρόσωπα να τα παίρνεις από τα ράφια σε πακέτα και δεν συμμαζεύεται. Η ώρα για τα μπακαλικά  ψώνια, η καλύτερη, για την Ελληνίδα Μiss Marple.

Κάπως έτσι γινόταν ο διάλογος του κυρ Μήτσου με την ντετέκτιβ, κάθε μα κάθε φορά.

Έτσι και αυτή τη φορά. Μα λες να την μάτιασε; Πήγε να σηκώσει τις σακούλες της αλλά αυτές αρνήθηκαν να υπακούσουν εύκολα. Ο καλοκάγαθος μπακάλης την έκοψε με το μάτι, δεν είπε τίποτα, μη την προσβάλλει και έγνεψε στον παραγιό του να προσφερθεί για βοήθεια. Αμ το savoir vivre δεν διδάσκεται στα σχολεία ή το έχεις ή δεν το ‘χεις.

«Γέρασες κυρά Πέρσα» σιγομουρμούρισε. «ΜΕΓΑΛΩΣΑ να λες και όχι γέρασα» συμπλήρωσε το μουρμουρητό της.

Φτάνοντας σπίτι της πετάει τα παπούτσια της που θαρρείς και την είχαν λίγο κτυπήσει και αμέσως αισθάνθηκε καλύτερα.

«Τον βρήκαμε λοιπόν τον ένοχο της κούρασης μου της σημερινής, να δεις που αυτά έφταιγαν τα άτιμα!»

Ναι καλά. Τα παπούτσια σου φταίνε, τα χρόνια σου που έχασες το λογαριασμό μετρώντας τα, τόσα πολλά που έγιναν δεν τα λογαριάζεις…!

 

Ήπιε ένα ποτήρι βυσσινάδα, μια από τι λατρεμένες της συνήθειες και έτσι ξυπόλητη, βάλθηκε να γεμίζει τα βάζα της με τα καλούδια που αγόρασε.

Μα έτσι καθώς άδειαζε τους γίγαντες βρήκε ένα χαρτάκι χιλιοδιπλωμένο στο μέγεθος τού γιγαντοφασολιού και απόρησε για το ξένο σώμα που βρήκε μέσα στα πεντακάθαρα φασόλια. Σκουπίδι στο τσουβάλι του κυρ Μήτσου; Πού ακούστηκε Θεέ και Κύριε;

Έκανε να το πετάξει, μα δύο δεύτερες σκέψεις την απέτρεψαν. Η μία ήταν να το δείξει στον Μπακάλη. Αυτός αμέσως και μετά βδελυγμίας θα φώναζε με τη… ντουντούκα στους πελάτες να προσέχουν  πού πετάνε τα σκουπιδάκια τους που μπορεί να τον καταστρέψουν και η δεύτερη, από μία περίεργη παρόρμηση, να το ξεδιπλώσει να δει τι ήταν τελικά, ΑΝ ΗΤΑΝ.

Κατάπληκτη διαβάζει ένα μήνυμα γραμμένο μάλλον σε κομπιούτερ:

«Εσύ που τώρα διαβάζεις το μήνυμα τούτο, πρόσεξε. Ο Θεός σε επέλεξε να ακούσεις με σεβασμό αυτά που θα σού πω.

Το μπακαλικάκι του κυρ Μήτσου απ’ όπου αγοράζεις τα τρόφιμα σου,

βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Κάποιος από τους συνιδιοκτήτες του Super Market ονόματι ‘‘ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ’’ εποφθαλμιά το Μπακαλικάκι, μόνο και μόνον επειδή επιφανείς συμπολίτες μας ψωνίζουν απ’ αυτό αντί του δικού τους, αφήνοντας αρνητικές εντυπώσεις εις βάρος της επιχειρήσεώς τους. Σου λέει ο πελάτης, για να ψωνίζει η τάδε και ο δείνα από το μικρομάγαζο και να αποφεύγει τον κολοσσό, κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Και βλέπεις να σχηματίζονται ουρές στο μικρομάγαζο και νέκρα στο δικό μας που άντε να τα βγάλει πέρα με τις εφορίες και τους τόσους μισθούς υπαλλήλων και ενοίκια. Υπολειπόμαστε σε κάτι ποιοτικά και οικονομικά; ΟΧΙ. Τότε; Για τον λόγο αυτό, θα το εξαφανίσει από προσώπου γης, για να δει εκείνος άσπρη μέρα που λένε ‘‘Ο θάνατός σου η ζωή μου,’’ επί το λαϊκότερο. Αυτά είχα να πω και αμαρτίαν ουκ έχω. Γιατί μπορεί κι εγώ να είμαι κάθαρμα, αλλά ποτέ δεν παίζω με ανθρώπινες ζωές και…»

Στο σημείο αυτό, σταματούσε το σημείωμα και ήταν ηλίου φαεινότερο ότι είτε κάποιος τον σταμάτησε, είτε άλλο τίποτα δεν είχε να πει αν και λαλίστατος.

Σαφώς και ο γράψας το σημείωμα, ανήκε στην δεύτερη από τις κατηγορίες και η Πέρσα στην καριέρα της είχε γνωρίσει πολλούς από δαύτους, πολλοί μάλιστα υπήρξαν φίλοι της. Άνθρωποι που είχαν στραβώσει και εκείνη τους βοήθησε να ισιώσουν και να γίνουν καλύτεροι από τους… ίσιους. Χριστέ μου και τι λέω!

Δεν ήξερε τι να κάνει λοιπόν.

Μα βέβαια! Έψαξε και βρήκε τον φίλο της από τα παλιά, συνταξιούχο αρχηγό της Ε.Λ.Α.Σ. Του έδειξε το σημείωμα, του είπε πώς ήρθε στα χέρια της.

Εκείνος το πήρε πολύ στα σοβαρά: «Όντως Πέρσα μου υπάρχουν και τίμια καθάρματα και ο λεγάμενος είναι ένα από αυτά. Πρέπει να ενημερώσω τον σημερινό αρχηγό και τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης. Μείνε ήσυχη. Από αυτή κιόλας την στιγμή, το μαγαζάκι θα φυλάγεται καλύτερα και από το Μαξίμου. Εν τω μέσω της τουριστικής περιόδου αν αρχίσουν να κελαηδούν τα γκαζάκια, πάει ο τουρισμός. Ξέρεις, αυτά λειτουργούν σαν ντόμινο ένα πράγμα. Η μία ενέργεια δίνει πάσα στην άλλη, την παίρνουν και τα Μ.Μ.Ε. και άντε μετά να πείσεις την κοινή γνώμη ότι δεν θα συμβούν τα τέρατα…»

 

Ειδικοί αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής ντυμένοι ασπριτζήδες με ταβανόβουρτσες και τα σχετικά αντί όπλων, κατέλαβαν τον χώρο του κυρ Μήτσου, ο οποίος κατάπληκτος αναρωτιόταν πότε ειδοποίησε τα συνεργεία να αρχίσουν την ανακαίνιση που είχε σκοπό να κάνει.

«Τς τς τς γέρασα και το ‘χασα» μουρμούριζε « Ξεχνάω από την μια στιγμή στην άλλη. Όπως και να έχει το φρεσκάρισμα το χρειαζόταν το μαγαζί, όπως κι’ ελόγου μου, που θα το κάνω μοναχά αν δεχτεί η Στάσα μου να με παντρευτεί τώρα που ήρθε η ώρα η καλή να της το ζητήσω .Χα χα χα άντε σε καλό μου. Ευκαιρία να ξεκουραστώ 5-6 μέρες. Θα την αράξω στον καναπέ αγκαλιά με την TV την ακούραστη συντρόφισσα της μοναξιάς όλων ημών των Μήτσων της Επικράτειας.»

 

Έλα, όμως, που οι αστυνομικοί δεν είδαν κανέναν ύποπτο να πλησιάζει. Μα και το σημείωμα δεν όριζε ημερομηνία δράσης. Θα περίμεναν λοιπόν όσο και αν χρειαζόταν, δεν παίζεις μ’ αυτά.

Δυο καστανάδες που έψηναν καλαμπόκια λόγω εποχής, στήθηκαν εκεί απ’ έξω και ο τόπος μοσχομύριζε φρεσκοψημένους  χρυσούς καρπούς, που τους τιμούσαν ιδιαιτέρως οι άντρες της αντιτρομοκρατικής με τον ψήστη να μοιάζει πανευτυχής για την σίγουρη πελατεία του. Ασπριτζήδες  κλειδαράδες, που όλη μέρα βίδωναν τις κλειδωνιές την νύχτα τις χαλούσαν, έπαιζαν καλά το ρόλο τους, μέχρι που ένα πρωί πλησιάζει μια μαυροφορούσα που τη μακριά της αλλόκοτη κελεμπία, με λίγη φαντασία θα την έκανες και μπούργκα, καθώς το πρόσωπό της και η κεφαλή της ήταν τυλιγμένη με μαύρη μαντίλα. Πάντως για να πεις ότι ήταν καλόγρια δεν θα το έλεγες.

Συναγερμός.

Πλησιάζει τον ‘‘καστανά’’ μα αντί να αγοράσει καλαμπόκια του πιάνει τα λόγια.

«Σε τι μπορώ να σού φανώ χρήσιμος μαντάμ;»

«Χμ ‘‘χρήσιμος’’ δεν θα το ‘λεγα. Είμαι πελάτισσα του κυρ Μήτσου του μπακάλη μπας και ξέρεις πότε θα το ανοίξει το παλάτι του;»

«Και πού θες να το ξέρω μανταμίτσα; Εύχομαι να το ανοίξει όσο αργότερα γίνεται, γιατί αν το ανοίξει, λες να με αφήσει να είμαι στημένος με το εμπόρευμά μου όξω από το δικό το εμπόριο; Αλλά και πάλι να ρωτήσω, γιατί δεν παγαίνεις στο Super Market που έχει απ’ ούλα και είναι και πιο φτηνά;»

«Άντε γεια σου. Και εγώ αυτό λέω σε όλους τους δικούς μου μα άγνωσται αι βουλαί των ανθρώπων»

«Τις βουλές τι τις ανακατεύεις τώρα με τα μπακάλικα με λες;»

«Α καλά, άστο. Θα ξανάρθω και αν έχεις κανένα νέο μού το λες. Συγγνώμη που δεν πήρα καλαμπόκι με πειράζει στο στομάχι. Τα λέμε μάστορα».

Και η ίδια μαστόρισσα πάντως, γιατί τα σαΐνια που την πήραν το κατόπι την έχασαν από τα μάτια τους στην καμπή του δρόμου. Θα είχε αλλάξει σίγουρα ενδυμασία. Και σαφώς ήταν ύποπτη πού να άρει, γιατί την έβλεπαν να γυρίζει κάθε τόσο και να κοιτά πίσω της πριν εξαφανιστεί ανάμεσα στους διαβάτες. Ατυχία την λες ή αδεξιότητα; Συνδυασμός επιτυχής, τι να λέμε τώρα!

 

Την μεθεπομένη, ανέλπιστα κάνει την εμφάνισή της ξανά.

Αλλαγή σκηνικού στα λόγια της. Ικέτευσε σχεδόν τον καστανά να παραδώσει τούτο το πακετάκι στον μπακάλη μόλις, μα μόλις, ανοίξει το μαγαζάκι του και να του πει ότι η Μαριάνθη θα λείπει στα Ινδίας και του το αφήνει για να μην την περιμένει.

Βγάζει από τα φαρδομάνικα της και αφήνει στην άκρη της φουφούς ένα κολλαριστό πενηντάρι, ‘‘για φύλακτρα, έτσι είναι το πρέπον’’ του είπε.

Μόλις εξαφανίστηκε σαν να έγινε αόρατη, οι ειδικοί πυροτεχνουργοί ελέγχουν το πακέτο και το βρίσκουν εντελώς αθώο. Αποδείξεις ταμιακής μηχανής και ένα μουστοκούλουρο, για δείγμα, όπως έγραφε. Που σημαίνει η κελεμπιοφορούσα άσχετη με το θέμα και οι ‘‘ειδικοί’’ πήραν ανάσες ανακούφισης για την αδεξιότητά τους. Ευτυχώς βρε.

 

Φαίνεται όμως ότι ήταν η μέρα των πακέτων, γιατί μετά από μια περίπου ώρα, έρχεται ένας πιτσιρικάς καλοντυμένος και με το μαλλί ξυρισμένο γουλί (Πώς αλλάζει η μόδα! Πριν χρόνια οι νεαροί το θεωρούσαν όνειδος και τιμωρία να τους κουρεύουν έτσι και τώρα, χωρίς ίχνος τρίχας στην κεφαλή τους, καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια!).

«Μπάρμπα, τσάκωστο το πενηντάρι και όταν δεις τον μαγαζάτορα πες του, ότι το πακέτο είναι από τον κυρ Στάθη, ένα από τα αφεντικά του Super Market,άντε και καλή κόλαση μού τόνισε να τού πεις».

Φαίνεται όμως ότι το IQ του κυρ Στάθη από κάπου έμπαζε, γιατί δεν στέλνεις έτσι φόρα πατρίδα έναν εμπρηστικό μηχανισμό με τις ευχές και την υπογραφή σου.
Τον μπουζουριάσαν υπό τα έκπληκτα μάτια των αθώων συνεταίρων του και τον οδήγησαν κατ’ ευθείαν στο τρελάδικο.

Γεμάτη η πλάση με τέτοιους παλαβούς. Και βέβαια αυτοί είναι που κάνουν την ζημιά.

Προσοχή λοιπόν κυρίες και κύριοι. Είτε κάνετε τα ψώνια σας από μεγαλομάγαζα ή μικρομάγαζα ακόμη και μια απλή φασολάδα μπορεί να κρύβει μυστικά που κάνουν κακό στην υγεία!

Και ο κάθε Στάθης στο όνομα του ανταγωνισμού ναι μεν θα κλειστεί στο δρομοκαΐτειο αλλά θα έχει προλάβει να στείλει συνανθρώπους του κάπου αλλού χειρότερα!

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου