τοβιβλίο.net

Select Page

Το ρετιρέ

Το ρετιρέ

Ρυθμικός ο κτύπος, σαν τη σταγόνα που τρέχει από βρύση όχι καλά ασφαλισμένη, τακ τακ τακ… Μόνον που δεν επρόκειτο για νερό, μα για αίμα που έσταζε από το πρεβάζι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού που “έβλεπε” στο ρετιρέ του πάρα πάνω ορόφου της πολυόροφης πολυκατοικίας, κάπου στο Παγκράτι.

Ο Ιάκωβος κατάπληκτος έβλεπε τον λεκέ να μεγαλώνει και η πρώτη αυθόρμητή του αντίδραση ήταν να βάλει μία λεκανίτσα στο σημείο επαφής του αίματος με το πάτωμα πριν λερώσει όλο τον χώρο, όπως άλλωστε θα έκανε ο καθένας ακόμη κι αν επρόκειτο για αθώο νεράκι. Αμέσως μετά, ανέβηκε με τα πόδια και κτύπησε την εξώθυρα του πάνω διαμερίσματος μα απόκριση δεν έλαβε. Κτύπησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Φανερό ότι δεν θα πρέπει να υπήρχε κανείς μέσα, πέρα ίσως από ένα τραυματισμένο πλάσμα που αιμορραγούσε. Όφειλε να επέμβει πάση θυσία.

Ειδοποιεί την Άμεσο Δράση και όσο πιο μεστά μπορούσε, τους εξιστορεί τα της ρυθμικής συνεχούς ροής αίματος που είχε σχηματίσει εν τω μεταξύ μια μικρή λιμνούλα μέσα στη λεκάνη. Παράλληλα ειδοποιεί και το 166 που ήταν το καθ’ ύλην αρμόδιο να επιληφθεί του θέματος. Και κρατώντας όσο μπορούσε την ψυχραιμία του, περίμενε. Τι άλλο να έκανε; Μα όσο η ώρα περνούσε και κανείς δεν εμφανίζονταν, παίρνει τη σκάλα που είχε στη βεράντα του και προσπαθεί να φτάσει πάνω, μα του έλειπαν τουλάχιστον δύο ακόμη σκαλοπάτια για να έχει πλήρη ορατότητα. Κατέβηκε απογοητευμένος και η ώρα περνούσε εφιαλτικά αργά. Να, όμως, που επιτέλους ακούγεται η εφιαλτική σειρήνα του νοσοκομειακού, που τη στιγμή αυτή αντήχησε σχεδόν χαρμόσυνα στ’ αυτιά του πανικόβλητου πια Ιάκωβου. Δυο νοσοκόμοι και ένας νεαρός γιατρός αναζητούν τον τραυματία! Τους οδηγεί στο σαλόνι, τους δείχνει το αίμα και τους λέει:

«Αυτό ξέρω μόνο και τίποτα άλλο».

«Σαφώς και πρέπει να μπούμε στο διαμέρισμα», λέει ο γιατρός.

«Μήπως θα έπρεπε να υπάρχει Εισαγγελέας;» ρωτάει ο νοσοκόμος.

«Ρε παιδιά για τ’ όνομα του Θεού, εδώ χάνεται μία ψυχή και εμείς να τηρήσουμε το γράμμα του Νόμου; Να δούμε τι θα κάνουμε πριν να είναι αργά,» λέει ο έξαλλος πια Ιάκωβος.

«Κάντε πέρα. Θα σπάσω την πόρτα και γαία πυρί μιχθήτω. Η ευθύνη όλη δική μου».

Αλλά η πόρτα -γερό σκαρί- δεν υποχώρησε χιλιοστό

Καλούν κλειδαρά, τουτέστιν επαγγελματία και νόμιμο διαρρήκτη. Μα ούτε κι αυτός μπόρεσε ν’ ανοίξει γιατί λέει, υπήρχαν κλειδιά μέσα από την πόρτα.

«Τότε θα ανεβούμε εκ των έξω»

«Και ποιος θα το κάνει αυτό μάστορα;»

«Εγώ», πετάγεται ο Μίμης, ο μικρός γιος του Ιάκωβου που τον κοιτάζει κατάπληκτος.

«Τι λες παιδάκι μου, είσαι με τα καλά σου;»

«Για ‘μένα είναι παιγνιδάκι καλέ πατέρα μου».

Οι νοσοκόμοι κοιτάζουν ο ένας τον άλλο με ελπίδα…

«Πρόσεχε γιε μου. Όχι να πάμε να σώσουμε κάποιον και να χάσω εσένα, ε;»

«Μη σκιάζεσαι πατέρα. Ξέρεις πόσες φορές έχω αναρριχηθεί μέχρι ‘κει πάνω;»

«Ναι, ε; Και εγώ που στην ευχή ήμουνα να σού το απαγορεύσω;»

«Εκεί που είσαι και τώρα αλλά δεν το σπουδαιολόγησες. Λοιπόν, πέστε μου, θέλετε να ανέβω να δω ή όχι;»

«Κάν’ το μικρέ, κάν’ το».

Και ο μικρός μπροστά στα έντρομα μάτια του γονιού του σκαρφαλώνει στην υδρορροή και βρίσκεται στη βεράντα του ρετιρέ.

«Ουάου, ο Τζακ, ο σκύλος του κυρ-Απόστολου είναι βαριά τραυματισμένος ή νεκρός αφού δεν κουνιέται, με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο δεξί του πλευρό. Αυτουνού το αίμα είναι, μπαμπά».

Οι νοσοκόμοι, κοιτάζουν ο ένας τον άλλο και οι δυο μαζί πέφτουν με φόρα πάνω στην πόρτα του ρετιρέ και την ρίχνουν κάτω. Ορμούν μέσα, πιάνουν προσεκτικά τον Τζακ που είναι ακόμα ζωντανός και τον μεταφέρουν στο κτηνιατρείο στη γειτονιά, ελπίζοντας ότι μπορεί και να τον σώσουν.

Οι ένοικοι, όλοι μαζεμένοι, δεν μπορούν να δώσουν μια λογική εξήγηση για το τι μπορεί να συνέβη τελικά. Να ήταν ληστής ο δράστης και μαχαίρωσε το ζωντανό για να επιδοθεί απερίσπαστος στο θεάρεστο έργο του, να ήταν κανένας εξοργισμένος γείτονας που δεν άντεξαν τα νεύρα του από τα αδιάκοπα γαβγίσματα του Τζακ ο οποίος θρηνούσε για την όπως νόμιζε εγκατάλειψή του από τον κυρ Απόστολο; Ποιος ξέρει. Το ευχάριστο είναι ότι το ζωντανό επέζησε του τραυματισμού του, παρά το ότι το κορμί του είχε στραγγίξει από το αίμα που έχασε και συνάμα ευτύχισε να δει το αφεντικό του να επιστρέφει από μια δουλειά για την οποία χρειαζόταν η φυσική του παρουσία και έπρεπε να λείψει από το σπιτικό του.

Έλα όμως που ο Ιάκωβος, έμελλε να ανακαλύψει ποιος ήταν ο δράστης εντελώς τυχαία, από μια διαρροή τηλεφωνικής συνομιλίας που άκουσε άθελά του κάνοντας ο ίδιος ένα τηλεφώνημα:

«Ναι που σου λέω, το βρωμόσκυλο, ζωντανό είναι ακόμα το θηρίο, παρά το αίμα που έχασε. Καλά, ας ξανά γκαρίξει όπως έκανε σήμερα όλη τη μέρα και θα τον θερίσω με το καλάσνικοφ, δεν θα το χαϊδέω με μαχαιράκια…»

Κι έμεινε ατιμώρητος ο κανάγιας γιατί εδώ κινδύνευε κι ο Ιάκωβος να νομισθεί ότι υπέκλεπτε τηλεφωνικές συνομιλίες και τους μπελάδες δεν τους ήθελε ο άνθρωπος.

Μόνον που ήθελε να ξέρει ο δράστης ότι εκείνος ήξερε.

Κάτι ήταν και αυτό…

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος