paint-brush

Θα το βάφαμε γκρι με γαλάζιους τόνους. Μια άσπρη τραπεζαρία με καρέκλες ασημένιες θα δέσποζε στο σαλόνι έτοιμη να δεχτεί πάνω της ακριβά σερβίτσια γεμισμένα με γεύσεις διαλεχτές. Στο παράθυρο θα έστεκαν αναμνηστικά από τα διάφορα ταξίδια. Οι καναπέδες θα είχαν το βαθούλωμα της δικής μας ευτυχίας. Μια στοίβα από βιβλία θα ήταν πάνω στο τραπεζάκι μπροστά μας. Διαβασμένα, υπογραμμισμένα, σκισμένα φθαρμένα, καθημερινά. Τα καθημερινά μας. Αγάπες και λουλούδια και πρωινά με καμένα τόστ και χυμούς και καφέδες. Θα σου σκούπιζα τα χείλια από τον αφρό του καφέ. Θα με αγκάλιαζες μαζί με το πρωινό φιλί. Μια καλημέρα θα χώραγε μέσα στις τσάντες της δουλειάς μας.

Θα χωράγαμε στον έρωτα όλα εκείνα τα σπιτικά, τα homemade αγγλιστί, σινέ διαρκείας με ποπ κορν και μυρωδιά από βούτυρο κι αλάτι. Αλάτι που θα έκανε τον έρωτα αυτόν αλμυρό και παθιασμένο. Στα σημεία τούτου του σπιτιού χαζεύω τα σημεία που θα αφήναμε ερωτικές ανάσες και ουρλιαχτά ευτυχίας. Στο νεροχύτη σε βλέπω να περνάς τα χέρια σου στη μέση μου και να μου ψιθυρίζεις σε θέλω. Σαπουνάδες πόθου μπλεγμένες και ποδιές πεταμένες στο πάτωμα. Μια κουζίνα κατακόκκινη όπως την ήθελα πάντα όπως κοκκίνιζα στη σκέψη σου όταν σε πρωτογνώρισα. Κι ύστερα λυγίζω τη σκέψη σε πιο γήινους τόνους. Γίνομαι για λίγο η θνητή σου. Θα μαγείρευα κι εγώ χαρωπή νοικοκυρά για εσένα που θα γύρναγες ή για εσένα που θα κοιμόσουν και θα σε ξυπνούσα με ένα χάδι και ένα πείραγμα. Θα μύριζαν τα χέρια μου κρεμμύδια και μπαχαρικά κι εσύ θα τα φιλούσες με στοργή κι ερωτισμό μαζί.

Μια κρεβατοκάμαρα στο χρώμα της ελιάς ναι έτσι θα ήταν, μεσογειακά θα μας αγκάλιαζε σε έναν έρωτα ελληνικό σαν τους παλιούς καλούς ασπρόμαυρους έρωτες που βλέπαμε στο γυαλί μιας τεράστιας οθόνης και γελάγαμε ντροπαλά. Θα σε τύλιγα με χέρια και πόδια φωλιά για τα όνειρά σου τα άσχημα και για κάθε φόβο σου που ποτέ δε θα μου έλεγες μα θα τον είχα μαντέψει, θα τον είχα διαισθανθεί. Θα αφηνόμουν πάνω στο σώμα σου μαξιλάρι για τις πιο ασφαλείς μου ανάσες και θα ανεβοκατέβαινε το κεφάλι μου στο ρυθμό της δικής σου ανάσας για να συντόνιζα κρυφά το δικό μου όνειρο με το δικό σου.

Κι ύστερα σε εκείνο το τεράστιο μπαλκόνι με τοίχους βαμμένους στο πράσινο και στο κίτρινο, θα στρώναμε στρώματα και μαξιλάρες και καλαμωτή, ναι σίγουρα μια καλαμωτή για να φτιάχναμε έναν υπαίθριο Παράδεισο να τσουγκρίζαμε την ευτυχία μας σε ποτήρια γυάλινα κρυφά από τους υπόλοιπους γείτονες. Θα χαχανίζαμε κάποιες βραδιές μέχρι να φύγει και το τελευταίο αστέρι, αγκαλιά με μια κουβέρτα θα περιμέναμε να πούμε καλημέρα ο ένας στο αυτί του άλλου. Κι άλλες φορές με φίλους και παρέες δυνατές με reggae μουσική κάτι καλοκαίρια με μυρωδιά από βασιλικό και γιασεμί, θα σχεδιάζαμε όλα εκείνα τα όνειρα που ποτέ δε θα κάναμε και θα γινόμασταν εκείνοι οι σπουδαίοι οι ξεχωριστοί, οι ασυγκράτητοι οι ονειροπόλοι.

Θα δίναμε το μπλε, το πράσινο, το γαλάζιο, το λαδί, το κίτρινο, το κόκκινο το βυσσινί. Χρωματολόγια και χρωματολόγια ανοιγμένα και ξεφυλλισμένα ακουμπισμένα στους τοίχους για να δούμε τι ταιριάζει και τι δεν. Τα δεν και τα όχι δεν μας φέρανε να μαυρίζουμε όλους ετούτους τους εν δυνάμει πολύχρωμους τοίχους. Και έμεινα να τριγυρνώ σε μέρη στεγνά και άβαφα σαν ερείπια ενός φθαρμένου σπιτιού. Τι δυστυχία είναι τελικά να βλέπεις ένα σπίτι που δεν έμεινε ποτέ του κανείς τόσο καταστροφικά διαμελισμένο. Ερωτικοί ήχοι και σε αγαπώ που δεν ειπώθηκαν ποτέ έγιναν τα φαντάσματά του και φοβίζουν τους πιθανούς αγοραστές του.

Θα σε έχω φυλαγμένο πλέον σε εκείνο το μπλοκάκι που μου περίσσεψε. Με εκείνους τους περίεργους κωδικούς που διαχωρίζανε το μπλε από το λιγότερο μπλε, το γκρι από το πιο σκούρο γκρι, τη δυστυχία από την απόλυτη ευτυχία…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!