Κοντεύουν οι τέσσερις το πρωί. Η Αγγελική, μια λεπτοκαμωμένη γιατρός γύρω στα τριάντα, έχει σωριαστεί σε μια πολυθρόνα στο δωμάτιο των γιατρών.

«Τι μέρα κι η σημερινή…» λέει ο Ηλίας, ένας ψηλόλιγνος τριαντάρης, μπαίνοντας κι εκείνος να ξαποστάσει. «Άλλες τέσσερις ώρες και λήγει η εφημερία. Ας ελπίζουμε ότι θα κυλήσουν ήσυχα…»

«Μακάρι, γιατί μας περιμένει μια δύσκολη μέρα.»

«Το ευτύχημα είναι ότι δεν είχαμε σοβαρά περιστατικά. Πολλά μεν, αλλά όχι βαριά.»

«Πάλι καλά, δεν λες; Κι απ’ όσο έριξα μια ματιά στα αυριανά χειρουργεία, δεν έχουμε δύσκολες περιπτώσεις. Ο “μεγάλος” με έχει προγραμματίσει σε δύο απ’ αυτά.»

«Πάω να πάρω καφέ. Θέλεις να σου φέρω κάτι;»

«Αχ, ναι, βρε Ηλία μου… Μία ζεστή σοκολάτα είναι ό, τι πρέπει… Να είσαι καλά…»

Ο Ηλίας έφυγε κι η Αγγελική προσπαθεί να χαλαρώσει. Απλώνει και τα πόδια σε μια άλλη πολυθρόνα και αναπολεί το σπίτι της… Πόσο την είχε τρομάξει το όνειρο που είχε δει πριν δυο μέρες… Τόσες έχει να πάει σπίτι της.

Έκλεισε τα μάτια της και θυμήθηκε πως περιπλανιόταν σ’ έναν χώρο, σε μια τοποθεσία, που μέχρι σήμερα δεν είχε βρεθεί. Κι εκεί, μέσα στο πουθενά, από μια γυάλινη σφαίρα χρωματιστή πετάγονταν αχτίδες, χρωματιστές κι εκείνες, που η καθεμιά κατέληγε, λίγο πριν σκάσει, σε μια φούσκα. Μέσα σε κάθε φούσκα βρίσκονταν τα όνειρά της, αυτά που δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματοποιήσει. Είχε την αίσθηση πως αν πιάσει κάποια από τις φούσκες αυτές πριν σκάσει, αυτό το όνειρο θα εκπληρωθεί τελικά.

Έτρεχε, έτρεχε και κυνηγούσε τις χρωματιστές φούσκες, όταν βρέθηκε σ’ ένα δάσος, πολύχρωμο κι αυτό, εμπριμέ, θαρρείς. Και τότε άρχισε να βρέχει…

Οι σταγόνες στην αρχή ήταν αραιές ψιχάλες, μα ξάφνου δυνάμωσαν κι εκείνη χαιρόταν. Χαιρόταν που βρεχόταν, σαν να ήθελε αυτή η βροχή να πλύνει, όχι μόνο το σώμα, μα και την ψυχή της. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Αντίθετα, το χαιρόταν τόσο πολύ…

Και τότε, στο βάθος, πολύ βάθος, διέκρινε δύο φιγούρες που φαίνονταν κατάκοπες και ταλαιπωρημένες, σαν να έρχονταν από μακρινό ταξίδι. Με μια δρασκελιά, λες και είχε φτερά στα πόδια ή υπερδυνάμεις, βρέθηκε κοντά τους.

Ήταν ένα ζευγάρι τσιγγάνων. Παρά τις κακουχίες που φαίνονταν πως είχαν περάσει και παρόλο που η ηλικία τους ήταν ακαθόριστη -ούτε νέοι, μα μήτε και γέροι- ήταν πολύ όμορφοι. Ψηλοί και οι δύο και λυγερόκορμοι. Έμοιαζαν ηλιοκαμένοι. Τα μαλλιά της γυναίκας ήταν πιασμένα σε μια χοντρή πλεξίδα που έφτανε μέχρι κάτω από τη μέση, τα αμυγδαλωτά μάτια της μ’ ένα γκριζοπράσινο χρώμα και τα μακριά ρούχα που φορούσε τα τόνιζαν ακόμα πιο πολύ. Τα χέρια της σκεπασμένα από μια μεγάλη εσάρπα και τα δάχτυλα που την αγκάλιαζαν ήταν τόσο μακριά, σαν να είχαν δική τους προσωπικότητα. Ο άντρας είχε κι εκείνος μακριά μαλλιά, αξύριστος, με μαύρα μάτια και το παντελόνι με το γιλέκο που ήταν κι αυτά κατάμαυρα, τα τόνιζε ένα άλικο μαντήλι δεμένο στον λαιμό. Ξυπόλητοι και οι δύο, μα φαίνονταν τόσο καθαροί.

Καθώς πήγε να τους αγκαλιάσω σαν να τους γνώριζε από χρόνια, για να τους προστατέψει από την βροχή, πετάχτηκε ένας άγριος σκύλος, έτοιμος να τους κατασπαράξει. Το ζευγάρι μπήκε μπροστά για να την προφυλάξει από την μανία αυτού του ζωντανού. Εκείνο, όμως, γρύλιζε, έδειχνε τα σουβλερά του δόντια και ήθελε εκείνη, όχι τους τσιγγάνους ή κάποιον άλλον. Γάβγιζε, γάβγιζε κι έδειχνε τις διαθέσεις του να την κατασπαράξει…

«Αμάν, βρε Ρεξ… Τι έπαθες και φωνάζεις;» πετάχτηκε από το κρεβάτι κατατρομαγμένη. Προσπάθησε να αφουγκραστεί και τότε χαλάρωσε…

«Φοβήθηκες, βρε χαζούλη μου; Φοβήθηκες τ’ αστραπόβροντα; Κατά τα άλλα είσαι ο φύλακάς μου…» γέλασε, τον πήρε αγκαλιά και ξαναπήγε στο κρεβάτι της. Σε πολύ λίγο θα χτυπούσε το ξυπνητήρι…

“Μόλις πάω σπίτι, θα κάνω ένα ζεστό μπάνιο, θα βάλω τη μουσικούλα μου, θα κλείσω τα τηλέφωνα κι από το κρεβάτι μου θα σηκωθώ αύριο το βράδυ που θα πρέπει να είμαι πάλι εδώ…” σκέφτηκε φωναχτά.

«Γιατρέ, έλα γρήγορα…» διακόπτει την ονειροπόλησή της άγαρμπα η βροντερή φωνή της Μαίρης της νοσοκόμας.

«Τι συμβαίνει;»

«Μας έφεραν ένα τροχαίο. Τι άλλο να συμβαίνει; Δεν πρόκειται να ησυχάσουμε σήμερα… Να πάρω τη σύνταξή μου και θα ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου… Ούτε απέξω δεν θα περνάω…» μουγκρίζει, βγαίνοντας η πενηντάχρονη Μαίρη που μοιάζει στρυφνή, αλλά είναι τόσο αξιαγάπητη σε κείνους που την ξέρουν.

«Ελπίζω να μην είναι βαρύ…» μουρμουρίζει κι η Αγγελική, ενώ η νοσοκόμα βρίσκεται κιόλας στον θάλαμο των εξωτερικών ιατρείων και προσπαθεί να βοηθήσει όσους την έχουν ανάγκη, έστω και με λόγια παρηγοριάς.

«Στο τρία και στο τέσσερα…» την ενημερώνει η Μαίρη. «Ο άντρας, από πρώτη ματιά, δεν φαίνεται να έχει κάτι σοβαρό. Η γυναίκα είναι πιο…»

Δεν προλαβαίνει ν’ αποσώσει την φράση της κι η Αγγελική φορά βιαστικά τα γάντια της και περνά στο πρώτο χώρισμα που βρίσκεται ένας άντρας, γύρω στα πενήντα, κάτωχρος, με την αγωνία, παρά με τον πόνο, ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

«Γιατρέ, την γυναίκα μου… Εγώ είμαι καλά. Την γυναίκα μου, σας παρακαλώ…»

Η Αγγελική τον κοιτάζει και σαστίζει. Της είναι γνώριμη αυτή η φυσιογνωμία…

«Ησυχάστε. Θα δω και την γυναίκα σας. Πρέπει, όμως, πρώτα να μου πείτε τι έγινε.»

«Όχι, όχι, γιατρέ μου…» και της πιάνει το χέρι. «Πρώτα την γυναίκα μου, σας παρακαλώ.»

«Σύμφωνοι. Ησυχάστε…»

Η Αγγελική περνά από το χώρισμα. Στο διπλανό φορείο βρίσκεται μια γυναίκα, γύρω στα πενήντα κι εκείνη, με μαύρα μακριά μαλλιά. Το πρόσωπό της είναι μέσα στα αίματα, ενώ της έχουν φορέσει ήδη κολάρο. Η Μαίρη με γάζες και οξυζενέ προσπαθεί να την καθαρίσει, καθώς η Αγγελική την εξετάζει και διαπιστώνει πως παρουσιάζει αλλοίωση στα αντανακλαστικά των άκρων.

«Πονάτε και πού; Θέλετε να μου πείτε;» την ρωτά.

Η γυναίκα, που τα μάτια της μοιάζουν με δυο γκριζοπράσινες χάντρες, της γνέφει καταφατικά και προσπαθεί να δείξει το κεφάλι, χωρίς να καταφέρνει να σηκώσει το χέρι της.

«Μην ανησυχείτε. Όλα θα πάνε καλά. Θα βγάλουμε ακτινογραφίες και θα τα πούμε σε λίγο…»

Κάτι προσπαθεί να της πει η γυναίκα, κάτι ψιθυρίζει. Σκύβει η Αγγελική ν’ ακούσει.

«Ο Μάριος…» ψελλίζει.

«Ο άντρας σας; Καλά είναι. Εδώ δίπλα σας βρίσκεται. Μαίρη,» απευθύνεται στην νοσοκόμα που εξακολουθεί να καθαρίζει την γυναίκα, «φρόντισε να πάνε και οι δύο στο ακτινολογικό και ειδοποίησε τον νευροχειρουργό τον Αντωνίου. Πάω να σου ετοιμάσω τα παραπεμπτικά…»

Η Αγγελική χαϊδεύει το χέρι της γυναίκας, όπου της έχει περάσει ήδη ορό και κατευθύνεται στο διπλανό χώρισμα.

«Έλα, κύριε Μάριε. Έτσι δεν σας λένε;» τον ρωτά με χαμόγελο.

«Ναι…» γνέφει και ψιθυρίζει ο άντρας.

«Για να ξέρω το όνομά σας, σημαίνει πως μου το είπε η γυναίκα σας. Είναι καλά. Θα πάτε μαζί στο ακτινολογικό για κάποιες εξετάσεις. Θα μου πείτε, όμως τώρα, τι έγινε;» ενώ τον εξετάζει.

«Είπαμε να το ρίξουμε λίγο έξω απόψε κι επειδή εγώ είχα πιει λιγάκι, πήρε το τιμόνι η Μάρθα μου. Στην αρχή ψιχάλιζε, αλλά ξαφνικά έπιασε δυνατή μπόρα. Βροχή με δυνατό αέρα και αστραπόβροντα. Σαν να άνοιξαν οι ουρανοί και ήθελαν να δείξουν την δύναμή τους. Δεν βλέπαμε μπροστά μας. Και μέσα σε όλην αυτή την αντάρα, πετάχτηκε ένα σκυλί μπροστά μας και προσπάθησε να το αποφύγει, να μην το χτυπήσει. Κι εγώ να οδηγούσα, πάλι το ίδιο θα γινόταν… . Δεν φταίει η Μάρθα μου…»

«Μάλιστα. Ηρεμήστε. Λοιπόν, θα γίνει εισαγωγή για να σας παρακολουθήσουμε. Προληπτικά. Σύμφωνοι;»

«Γιατρέ, μπορώ να την δω;»

«Φυσικά…» κι η Αγγελική τραβά το χώρισμα.

«Θεέ μου!…» ψιθυρίζει τώρα η γιατρός, βλέποντας και τους δύο μαζί. «Το

ζευγάρι των Τσιγγάνων… Η βροχή… Αυτοί με έσωσαν από τον σκύλο, σειρά μου τώρα…» και χαμογέλασε κοιτάζοντάς τους, σαν να ήταν δικοί της άνθρωποι…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια