– Τι έγινε, μαγκάκι μου; Κατεβάσαμε τα ρολά; Φοβηθήκαμε;

– Τι λες, μωρέ. Για μένα φοβάμαι; Για ό, τι αφήνω πίσω μου. Αυτό με φοβίζει. Δεν έχω προλάβει να τακτοποιήσω κάποια θέματα και δεν θέλω να επαναληφθεί η ιστορία…

– Μάλιστα. Σε πιστέψαμε τώρα…

– Ξέρεις πολύ καλά πως οι καταστάσεις και οι συνθήκες δεν μου επέτρεψαν να κάνω αυτό που θέλω.

– Έλα, έλα, άσε τις βλακείες. Σε μένα δεν μπορείς να λες ψέματα. Εσύ δεν ήσουν που έλεγες όλα αυτά τα χρόνια, πως η Ελλάδα κι εσύ ποτέ δεν πεθαίνετε;

– Γιατί, ψέματα είναι; Και δεν ισχύει μόνο για μένα. Μην κοιτάς που έκανα πλάκα κι έκλεινα το μάτι του αλλουνού για να τον καλοπιάσω…

– Μπούρδες μου λες.

– Καθόλου και το ξέρεις. Όποιος αφήνει πίσω του αγάπη και αγκαλιές, για κάποιο χρονικό διάστημα δεν πεθαίνει. Ξέρεις αυτό που λένε πως θάνατος είναι η λησμονιά; Αυτό σου λέω και εννοώ, κατάλαβες;

– Βρε, εγώ κατάλαβα. Εσύ αρνείσαι να καταλάβεις και να παραδεχθείς πως φοβήθηκες. Τόσα χρόνια το έπαιζες αήττητος άνθρωπος. Και τώρα; Τι έγινε τώρα; Πέσαν πολλά μαζί; Βρε δεν χαίρεσαι που όταν σε είχαν ανάγκη οι δικοί σου, ήσουν duracel; Έτσι δεν λέγονται οι μπαταρίες που διαφήμιζαν; Όλα αυτά τα χρόνια στεκόσουν βράχος. Συγγνώμη, αλλά κάποτε και οι βράχοι σπάνε. Δεν έχεις δει στους δρόμους πινακίδες που γράφουν “προσοχή, κατολισθήσεις”; Βάρα-βάρα το μανιασμένο κύμα κι οι αγέρηδες για καιρό, επόμενο είναι να διαβρωθεί ο βράχος και πάρ’ τον κάτω χίλια κομμάτια…

– Άρχισες τις αμπελοφιλοσοφίες πάλι. Εντάξει. Παρουσιάστηκαν κάποια προβληματάκια, αλλά θα ξεπεραστούν.

– Βρε, χαμένο κορμί, αυτά τα έλεγες και τα πίστευες για τους άλλους. Και έτσι γινόταν. Εγώ σε ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα. Σου ήρθαν κι εσένα οι απρόσκλητες επισκέψεις κι έχεις θολώσει. Γιατί δεν το παραδέχεσαι;

– Τι λες, καλέ; Και τώρα ν’ αδειάσω την γωνιά, δεν με νοιάζει. Είμαι από τους πιο ικανοποιημένους ανθρώπους. Τα έζησα, τα απόλαυσα, τα γεύτηκα όλα. Υπήρξα από τους πολύ τυχερούς ανθρώπους και θα ήταν ντροπή να μην το αναγνωρίσω. Έζησα τόσες ζωές, όσες θα ζούσαν τρεις και τέσσερις διαφορετικοί άνθρωποι.

– Χα, χα, χα! Βλέπεις ότι δεν χρησιμοποιείς ενεστώτα; Γιατί δεν το παραδέχεσαι να τελειώνουμε;

– Τι να παραδεχθώ, δηλαδή;

– Πως κατέθεσες τα όπλα… Αυτό να παραδεχθείς, για να πάρω φόρα και να σε κάνω σάκο του μποξ.

– Ναι, με τρόμαξες τώρα…

– Μα είναι δυνατόν να αρνείσαι να πολεμήσεις; Εσύ; Ο άνθρωπος που “δεν τον έσκιαζ’ η φοβέρα και δεν τον πλάκων’ η σκλαβιά”;

– Αυτά που λες, ήταν άλλοτε. Last year, που έλεγε κι η διαφήμιση. Όταν υπήρχε χρόνος μπροστά…

– Και ποιος καθορίζει τον χρόνο; Πού ξέρεις πως σφύριξε ο διαιτητής την λήξη του χρόνου και του αγώνα;

– Ε, δεν είμαι και τόσο αδαής. Κάτι κόβει και το δικό μου το τσερβέλο.

– Λυπάμαι, αλλά νομίζω πως αυτό το έχεις βάλει σε αχρηστία. Μα είναι δυνατόν; Εσύ που δεν άφηνες κανέναν να λιγοψυχήσει, εσύ που είχες πάντα μια καλή κουβέντα για τον καθένα, που ήξερες πώς να δίνεις δύναμη σε όλους, δεν κράτησες τίποτα για τον εαυτό σου; Ξέρεις πού θα σε παραδεχόμουν; Αν έλεγες πως ναι, αρνούμαι να το πολεμήσω, γιατί ξέρω πως το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

– Αυτό ακριβώς.

– Ποιο, καλέ μου; Εσύ αρνείσαι να βρεθείς με το πρόβλημα ενώπιον ενωπίω. Έχεις γίνει ο γιατρός, έχεις βγάλει την δική σου διάγνωση και έχεις σταυρώσει και τα χέρια.

– Βρε χρυσέ μου άνθρωπε, τι θέλεις τώρα δηλαδή; Για να καταλάβω.

– Θέλω ν’ ανασκουμπωθείς, να πας σε γιατρό, να κάνεις τις απαραίτητες εξετάσεις και μετά συζητάμε πάνω σε άλλες βάσεις.

– Έχεις τρελαθεί τελείως.

– Όχι. Εσύ έχεις τρελαθεί από τον φόβο σου και αρνείσαι την απλή λογική.

– Και ποια είναι αυτή; Τρυπήματα, εξετάσεις, μαγνητικές και αξονικές για να μου πουν τι;

– Λοιπόν, επειδή εγώ δεν μπορώ να βγάλω άκρη μαζί σου κι επειδή πάντοτε ήθελα και μια δεύτερη γνώμη για το οτιδήποτε, δέχομαι την δική σου διάγνωση, αλλά απαιτώ, ναι, ναι, ναι, απαιτώ, καλά το άκουσες, και μια δεύτερη γνώμη. Και δεν δέχομαι και κουβέντα. Κατάλαβες; Αύριο κιόλας θα πάμε στον γιατρό μαζί. Τελεία και παύλα.

– Με μια συμφωνία.

– Για ν’ ακούσω…

– Εάν η δική μου διάγνωση είναι σωστή, δεν θα επιτρέψω σε κανέναν, ούτε και σε σένα, να υποστώ όλην αυτή την ταλαιπωρία των αλλεπάλληλων χειρουργείων με τα επακόλουθά τους.

– Και γιατί, παρακαλώ;

– Διότι θέλω και απαιτώ, όπως κι εσύ, να φύγω με αξιοπρέπεια. Σύμφωνοι; Τι σε ρωτάω; Αυτό θα γίνει.

– Ωραία. Μαζί σου. Εφόσον πάμε αύριο στον γιατρό. Σε περίπτωση, όμως, που οι διαγνώσεις σας δεν συμπέσουν; Τι θα κάνεις τότε;

– Βλέποντας και κάνοντας… Γιατί δεν με καταλαβαίνεις;

– Τι να καταλάβω;

– Δεν θέλω να ταλαιπωρήσω κανέναν και να ταλαιπωρηθώ. Δεν θέλω να νοιώσω πως γίνομαι βάρος και πρόβλημα. Θα το εκτιμούσα, κι εκεί θα το δεχόμουν με όλη μου την ψυχή, αν μου έλεγε ο γιατρός ειλικρινά, πως θέλουν να με χρησιμοποιήσουν σαν πειραματόζωο. Μόνο, και μόνο τότε θα δεχόμουν να χειρουργηθώ και να κάνω όλες τις θεραπείες. Μόνον τότε. Άλλωστε, έχω τακτοποιήσει και το ταξίδι μου.

– Ώπα! Δηλαδή;

– Έχω συνεννοηθεί. Δεν θα χρειαστεί να μπείτε σε περιττά έξοδα.

– Καινούριο είναι αυτό;

– Όχι, βέβαια.

– Θέλεις να μου εξηγήσεις αυτήν την μακάβρια κουβέντα που άνοιξες;

– Θα σου πω και δεν δέχομαι καμία αντίρρηση. Το σώμα μου θα πάει στο πανεπιστήμιο. Δωρεά σώματος, πώς το λένε; Ξεχνάς πως είμαι από τους πρώτους δωρητές οργάνων; Αφού, λοιπόν, δεν έγινε κάτι για να πάρουν τα όργανά μου, ας πάρουν το κουφάρι μου, που αντί να γίνει λίπασμα, το λέω πολύ ευγενικά, μπορεί να είναι χρήσιμο για τους φοιτητές στην ιατρική σχολή.

– Τι να σου πω… Ακόμα και αυτό έχεις τακτοποιήσει…

– Όλα. Από καιρό. Πάντως σου οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα αυτά τα χρόνια που με φροντίζεις και μου δείχνεις την αγάπη σου.

– Εγώ σ’ ευχαριστώ και χαίρομαι που συμπορευτήκαμε παρέα. Ήσουν ένα πολύ καλό “έτερον ήμισυ”. Τώρα, όμως, ανασκουμπώσου για αύριο, γιατί εγώ αρνούμαι να παραδώσω τα όπλα αμαχητί. Κατάλαβες;

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια