Σκεφτόμουν πως από τη Δύση
να κλέψω μιαν αχτίδα φως
να το κρεμάσω στο φεγγίτη
να γίνει η πόρτα σου ουρανός.

Τώρα που φεύγω δε σε νοιάζει
κι ούτε σωπαίνεις, ούτε κλαις
ούτε ρωτάς τι με πειράζει
σ' ένα τσιγάρο όλα τα καις.

Στο δρόμο νόμιζα θα τρέξεις
γύρισε πίσω να μου πεις
όμως παγώσανε οι λέξεις
έφυγα, δίχως να με δεις.
 
Ψυχή της νύχτας που αγρυπνά
στα βλέφαρα του κόσμου
κι ύστερα κλέβει την αυγή
τις μυρωδιές του δυόσμου
κυματισμοί κρυστάλλινοι
μες της καρδιάς τα βάθη
βουλιάξανε τα σ' αγαπώ
και τα δικά σου λάθη.
 
Να σε ξεχάσω κι ας χαθώ
στις προσευχές του ανέμου
δεν έχω πια να φοβηθώ
σκιές του πεπρωμένου.

Με τ' άγριο μπλε η θάλασσα
ξορκίζει τα ναυάγια
τα όνειρα που χάλασα
στης λήθης τα καρνάγια
παίρνει τα σύννεφα ο καιρός
κι ανοίγει άλλο χάρτη
στον ουρανό μου... τυχερός
δεν θα 'σαι πια κι αντάρτης.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!