(φωτογραφία: Χαρούλα Βερίγου)

(φωτογραφία: Χαρούλα Βερίγου)

 

Ανέμη του παλιού καιρού
η μνήμη και γυρίζει,
στ' απόβραδα, στα μάτια σου
που έλιωναν φεγγάρια,
εκεί που ακόμη γιασεμί
στη σκέψη σου ανθίζει
κι ύστερα σκόνη και καπνός
στου κόσμου τα παζάρια.

Αλήθεια, πόσα πίστεψα
της νιότης παραμύθια,
για μια ψυχή κρεμάστηκα
στο ηλιόφρυδο τ’ Αυγούστου
και τώρα δες πως καίγομαι
απ’ την παλιά συνήθεια,
να μην με πνίγουν οι βροχές
μα οι μυρωδιές του μούστου.

Πως πέρασα απ’ τα χέρια σου
νερό, διάφανες στάλες
πως τη ζωή μου ξόδεψα,
φιλιά στη ζητιανιά,
κεχριμπαρένιες ποιες στιγμές,
μου ’ταζες θα ’ρθουν κι άλλες
μα έγινε αγρύπνια τ’ όνειρο
βάρκα χωρίς πανιά.

Αλήθεια, πόσα πίστεψα
του πόθου τα λουλούδια
καίει κρυφό παράπονο
στ’ Αυγούστου τις φωτιές
ένας καημός στο Ρέθυμνο
της Κυριακής τραγούδια
κι ένα σου γέλιο στα Χανιά,
στην Πάργα ξενιτιές...

Κρατώ μια πίκρα αμίλητη
στου ήλιου το πανηγύρι,
μελάνια η μοίρα σκόρπισε
ξημέρωσε, μα ο νους
κι αν ρόδισε η Ανατολή
για ένα σου χατίρι,
μέθυσε η νύχτα, την αυγή
σε άλλους ουρανούς...

Γύρισε, μα να μη σταθείς
στης λήθης το καρνάγιο
ο ίσκιος απ’ το φεγγάρι σου
σ’ άλλο στενό σωπαίνει
μενεξεδένια ντύθηκε
μια θλίψη στο μουράγιο
και απ’ τον όρκο τον παλιό
καινούργια αγάπη υφαίνει.

Σκόρπια, τριμμένα ψέματα
και ξεγραμμένα λόγια,
όλα, στην κόψη του γκρεμού
στου φεγγαριού το φρύδι,
τον Αύγουστο ξαναγυρνούν
απ’ της καρδιάς τα υπόγεια
ξενιτεμένα όνειρα
στο χέρι δαχτυλίδι.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!