Η τσιγγάνα
Κι ήμουν εκεί. Καθισμένη στην άκρη. Στο πεζούλι της μαρμάρινης σκάλας. Ώρες περίμενα. Με κοίταζαν περίεργα, μα δε μ’ ένοιαζε. Ήξεραν τη φάρα μου, και πάλι δε μ’ ένοιαζε. -Βρωμοτσιγγάνα…!, είπε ο επιστάτης, περνώντας από μπροστά μου. Και πάλι δε μ’ ένοιαξε. Ο ήλιος...








