butterfly_effect

Στο δωμάτιο πετάνε λέξεις με γρήγορες ταχύτητες. Στροβιλίζονται σε ένα κενό που γνωρίζω πως δεν είναι κενό. Απλώνω μια απόχη να τις πιάσω. Σαν ψαράς καλός. Σαν άπειρη συγγραφέας και σαν άτολμη ποιήτρια. Σα γυναίκα και σαν άνθρωπος. Σαν όλα αυτά μαζί και σαν τίποτα από όλα αυτά. Σαν μια απλή στιγμή σε έναν χρόνο που με έχει εδώ, τις λέξεις πάνω και την απόχη στο χώρο. Σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν ίσως οι λέξεις να προσπαθούν να με πιάσουν με την απόχη τους και εγώ να είμαι αυτή που στροβιλίζεται…

Πότε πάνω πότε κάτω και εγώ στο ανάμεσο να προσπαθώ να αντιληφθώ την αιώνια κίνησή τους στο χώρο. Πόσο ζηλευτές. Πόσο αρεστές. Πόσο αεικίνητες. Κι εγώ γέρικα καρτερώ να πέσουν στην παγίδα. Καμία τάση για πέταγμα. Κανένα ρίσκο για μια παρόμοια κίνηση. Λικνίζω μόνο τα χέρια προσπαθώντας να αντιγράψω το χορό τους, όχι για να τον νιώσω ή να τον καταλάβω παρά μόνο για να κλέψω το ρυθμό τους με σκοπό και μόνο την αντιγραφή τους σε τούτη την άδεια κόλλα.

Ανοργάνωτες λέξεις όμως, σχεδόν ανυπότακτες. Αλίμονο. Τούτη η ιστορία να δεις με έχει στη μέση της ηρωίδα και όχι αφηγήτρια. Τι να ταιριάξω με τι. Δεν ταιριάζει το «Μια φορά κι έναν καιρό», ούτε το «ήταν κάποτε μία γυναίκα και ένας άντρας». Γαμώτο, λέω και αδειάζω ξανά την απόχη νικημένη. Εργαλείο και αυτό να σου πετύχει. Να σκοπεύω στην τυχαιότητα της καλής μου ψαριάς από ένα ταβάνι γεμάτο σύμφωνα και φωνήεντα μήπως και στήσω την ιστορία με τέτοιον τρόπο επιθυμητό και γαλήνιο ταυτόχρονα. Τέτοια ιστορία που να μην παλεύω εγώ με εμένα σε έναν διαρκή εμφύλιο.

Ποιος να μάχεται; Ποιος με μάχεται; Είμαι εγώ που πολεμώ ή είμαι εγώ αυτή που με πολεμά; Ή και τα δύο;

Οι λέξεις μου φεύγουν. Οι λέξεις μου κυλούν. Οι λέξεις μου πετούν. Πεταλούδες που χτυπάνε τα φτερά τους τόσο δυνατά που προκαλούν κοσμοϊστορικά γεγονότα που εγώ και εσύ δε θα αντιληφθούμε. Θα νομίζουμε πως δεν έγινε τίποτα, μα κάπου μακριά μια ηλικιωμένη κυρία που πιάνει το φλυτζάνι της να πιει καφέ θα κουνηθεί ολόκληρη. Ο ζεστός καφές θα ζεματίσει το καλό της φουστάνι, θα τη σκουπίσει ένας νεαρός σερβιτόρος και εκείνη θα του δώσει ένα εφηβικό φιλί σαν σκύβει πάνω της να τη βοηθήσει ψιθυρίζοντάς του πως τον αγαπούσε για πάντα πριν να τον γνωρίσει, πριν ακόμα γεννηθεί. Εκείνος, μαγεμένος από τέτοια λόγια που δεν είχαν γράψει ποτέ ξανά με τέτοιο σαφή τρόπο στην καρδιά του, θα τη σηκώσει δυο κόκκαλα όπως είναι στον αέρα και θα την κάνει μια στροφή. Το λουλουδάτο της καπέλο θα ανεμίσει στον αέρα και θα πέσει στο δρόμο δίπλα από έναν όμορφο και λεβέντη παππού που τραγουδά παλιές καντάδες κι ο κόσμος που περνά θα πετάξει χρήματα και χρήματα σε τούτο το καπέλο που κανείς και ποτέ δε θα μάθει ότι έγιναν σοκολάτες και παιχνίδια στα γλυκά του εγγόνια σκορπίζοντας ήχους από γέλια στον αέρα που επιστρέφει σε τούτο το ταβάνι σα μπούμερανγκ μιας ανείπωτης ευτυχίας και δυστυχίας μαζί.

Λέξεις και λέξεις που ποτέ δε θα καταφέρω να μαζέψω και αν ποτέ το κατορθώσω ποτέ δε θα μπούνε στη σωστή σειρά. Θα μένουμε σε μια άγνοια εσωτερική για τούτα τα ιστορικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κάπου εκεί μακριά… πέρα από τις λέξεις και τις προτάσεις και τα λόγια τα μεγάλα…

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!