τοβιβλίο.net

Select Page

Μ.Ε.Θ. κι ύστερα;

Μ.Ε.Θ. κι ύστερα;

Αθήνα. Καρδιά του καλοκαιριού με τους καύσωνες να χτυπάνε κόκκινο συναγερμό σε όλη τη χώρα. Ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της πρωτεύουσας. Ώρα τρεις. Διάδρομος αναμονής έξω από την Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Άνθρωποι, άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας. Όλοι με την αγωνία και την προσμονή στα πρόσωπά τους. Οι περισσότεροι αμίλητοι, σκυμμένοι στο πρόβλημά τους και ο καθένας στον πόνο που κουβαλά. Μοιάζει ο καθένας μόνος κι ας είναι κι άλλοι από την ίδια οικογένεια. Τα μάτια όλων καρφωμένα στον κάθετο μακρύ διάδρομο που οδηγεί στους θαλάμους όπου βρίσκεται ο άνθρωπός τους. Οι αισθήσεις τους σε πλήρη λειτουργία. Αν είναι δυνατόν να περάσει η ματιά τους μέχρι το βάθος. Αν μπορούσαν ν’ ακούσουν τι λένε οι γιατροί και οι νοσηλευτές μεταξύ τους.

Όλοι κοιτάζουν το ρολόι που βρίσκεται στον μακρύ αυτό διάδρομο και μαζί με τους δείκτες του, στον ίδιο ρυθμό χτυπά και η καρδιά τους. Περιμένουν να περάσει αυτή η μισή ώρα, να βγει ο/η γιατρός και να τους ενημερώσει για την πορεία του ανθρώπου τους που βρίσκεται εκεί μέσα και παλεύει να κρατηθεί στη ζωή.

«Για τον κύριο τάδε…», ακούγεται η φωνή του/της γιατρού και οι δικοί του τρέχουν, αν μπορεί κανείς να τρέξει τα τρία βήματα… Όλες οι αισθήσεις σε υπερδιέγερση. Να μην ξεφύγει ούτε ένα ”και” που δεν θα το καταλάβουν. Προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν την έκφραση και την στάση του σώματος του ή της γιατρού…

Πόσοι είναι εκείνοι που «φεύγουν» και πάνε στις θέσεις τους αμίλητοι… Άλλοι, οι ελάχιστοι, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο ελπίδας… Και… εκείνοι, που πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου με αναφιλητά και τον πόνο με την απόγνωση, αγκαλιά στο είναι τους.

Γίνεται η ενημέρωση όλων και περιμένουν το ρολόι να δείξει 4:30 και να δουν «το σύνθημα» ότι μπορούν να περάσουν στο βάθος, στους θαλάμους. Θα «τρέξουν» όλοι μαζί να δουν, ν’ αγγίξουν, να χαϊδέψουν τον άνθρωπό τους. Θα του ψιθυρίσουν στο αφτί πόσο τον αγαπούν, θα προσπαθήσουν να του δώσουν ζωή απ’ τη ζωή τους, θα τον ενθαρρύνουν να παλέψει, να κρατηθεί απ’ αυτήν τη λεπτή κλωστίτσα που χωρίζει την ζωή από τον θάνατο.

Πόση «ανυπαρξία» υπάρχει σ’ αυτούς τους θαλάμους… Πόσα κρεβάτια φιλοξενούν σώματα που, χωρίς την μηχανική υποστήριξη, τα καλώδια, τους σωλήνες και τα σωληνάκια, θα είχαν περάσει στην απέναντι όχθη.

Οι δικοί τους δεν το βλέπουν και είναι πολύ λογικό και φυσικό. Το τρίτο μάτι, όμως, αφαιρώντας το οποιοδήποτε συναίσθημα, βλέπει έναν πίνακα που δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Αντιλαμβάνεται πόσο απέχει η ύπαρξη από την ανυπαρξία· ούτε μιαν ανάσα… Και οι περισσότεροι, λίγο πριν βρεθούν σ’ αυτήν την κατάσταση, δευτερόλεπτα πριν, ήταν μια χαρά…

Τυχεροί, με ή χωρίς εισαγωγικά, εκείνοι των οποίων το μαρτύριο τούτο κρατά μόνον λίγες μέρες. Υπάρχουν κι εκείνοι που η κατάσταση του ανθρώπου τους τραβά σε μάκρος. Περνούν οι μέρες, οι βδομάδες και σαν κλείσουν τον μήνα, από την μια νομίζουν πως αναθαρρεύουν κι από την άλλη νοιώθουν την κόπωση, τόσο την σωματική, μα πιότερο την ψυχική, να τους παραλύει.

«Παλεύει… Παλεύει να κρατηθεί… Θα τα καταφέρει… Πρέπει να τα καταφέρει…»

«Και τι δεν θα ‘δινα ν’ ανοίξει τα μάτια, να μου χαμογελάσει… Θαρρώ πως αγγίζω ένα νεκρό σώμα… Δεν αντιδρά… Τίποτα…»

«Τι σας είπαν;», ρωτά ένας από τους συγγενείς, τον πατέρα ενός παλληκαριού.

«Δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής… Το πήρα απόφαση.»

«Δηλαδή;»

«Αύριο θα έρθει κι ο μικρός αδερφός του και θα δωρίσω τα όργανά του.»

Τον κοιτούν οι δικοί του, μα και οι γύρω που έτυχε ν’ ακούσουν και δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια όλων. Οι συγγενείς για το τραγικό μαντάτο και οι γύρω για την μεγαλοψυχία αυτού του γονιού.

«Γιατί να μην βοηθήσω κάποιους ανθρώπους; Μέσα από αυτούς θα ζει και το παιδί μου.», είπε και σηκώθηκε, άρχισε να βηματίζει πέρα-δώθε και δεν ντρέπεται ν’ αφήσει τα δάκρυα ν’ αυλακώσουν το πονεμένο του πρόσωπο…

Και σαν τελειώσει η ώρα της επίσκεψης, οι περισσότεροι φεύγουν κι αφήνουν πίσω τους την μισή ζωή τους…, μέχρι την άλλη μέρα που θα βρεθούν ξανά στον διάδρομο αναμονής…, θα ξαναβιώσουν την ενημέρωση, την «επίσκεψη» στον άνθρωπό τους…

Είναι και κάποιοι, όπως οι γονείς, που το βλαστάρι τους δίνει την δική του μάχη εκεί μέσα -μαζί με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που στέκονται από πάνω τους μαζί με τα καλώδια- που δεν απομακρύνονται από τον χώρο του νοσοκομείου. Εκεί τρώνε και πίνουν, αν μπορούν, γέρνουν και σε μια καρέκλα να κλείσουν τα μάτια τους και μένουν, έχοντας την αίσθηση πως βρίσκονται κοντά στο παιδί τους. Και πώς να φύγει ένας γονιός, πώς να νοιώσει πως εγκαταλείπει το παιδί του;…

Και σαν τελειώσουν όλα, με το οποιοδήποτε αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό, κάποιοι από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους που κοίταξαν κατάματα τον Χάρο, άλλοι κέρδισαν τον αγώνα μαζί του και άλλοι τον έχασαν, αυτοί οι άνθρωποι, λίγο καιρό μετά, θυμούνται ξανά τις μικρότητές τους, θυμούνται ξανά τα συμφέροντά τους, θυμούνται ξανά τον κακό τους εαυτό. Και παραμένουν οι ίδιοι, σαν να μην πέρασε λεπτό από τον αγώνα, τόσο τον δικό τους, όσο και του ανθρώπου τους… Το μόνο βέβαιο είναι πως εκείνοι που είχαν το μεγαλείο της ψυχής να δωρίσουν, αυτοί θα εξακολουθήσουν να δείχνουν το μέγεθος της ψυχής τους, κάτω από όποιες συνθήκες κι αν βρεθούν.

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Marimar

    Αθηνούλα μου, με γυρίζεις πίσω και είναι οι δύσκολες μέρες.
    Να μπορείς να δωρίσεις. Τι μεγαλείο!!!
    Να είσαι καλα! Πάντα να επιστρέφεις εδώ συντροφιά μας.
    Με την αγάπη μου

    Απάντηση
    • Athina Maravegia

      Από τον Αύγουστο, τώρα είπα να δω για σχόλια “ασχολίαστα”. Είμαι απαράδεκτη και το ξέρω. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρικάκι μου!!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος