Κι ήμουν εκεί. Καθισμένη στην άκρη. Στο πεζούλι της μαρμάρινης σκάλας. Ώρες περίμενα. Με κοίταζαν περίεργα, μα δε μ’ ένοιαζε. Ήξεραν τη φάρα μου, και πάλι δε μ’ ένοιαζε.

-Βρωμοτσιγγάνα…!, είπε ο επιστάτης, περνώντας από μπροστά μου.

Και πάλι δε μ’ ένοιαξε. Ο ήλιος ήταν δυνατός, με έκαιγε, αλλά καιγόμουν από την αγωνία, ο ήλιος θα με πείραζε;

            Στο μεγάλο σπίτι οι ετοιμασίες για το μεγάλο γλέντι βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους. Οι γυναίκες έφερναν όλα τα καλούδια, ο αγέρας σκορπούσε τις μυρωδιές από τα φαγητά που μπερδεύονταν με τις ευωδιές της φύσης. Ρουφούσα τον αέρα με όλη μου τη δύναμη. Οι άντρες είχαν φορέσει τα καλά τους, είχαν στρώσει τα τραπέζια έξω και περίμεναν τους καλεσμένους, που είχαν αρχίσει να έρχονται σιγά-σιγά.

-Σε παρακαλώ, μην έρθεις…, μου είχες πει χθες το βράδυ.

            Χθες το βράδυ… Εκεί, πίσω από το μαντρότοιχο, κάτω από τα δέντρα και πάνω στο γρασίδι που νότιζε από την υγρασία και δίπλα στις τριανταφυλλιές που μοσχοβολούσαν! Ναι, εκεί που πρωτοσυναντηθήκαμε, εκεί που ενώσαμε για πρώτη φορά τα χείλη μας σ’ εκείνο το καυτό φιλί, που μέχρι σήμερα καίει τα σωθικά μου! Εκεί που συναντήθηκαν για πρώτη φορά και τα κορμιά μας, κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι και τα άστρα που τρεμόπαιζαν, όπως έτρεμα κι εγώ μέσα στην αγκαλιά σου.

            Ξέγνοιαστη παιδούλα ήμουν, τότε, θυμάσαι; Τότε που παίζαμε στην ακρολιμνιά, που με κυνηγούσες να με βρέξεις, τότε που η μητέρα κι ο πατέρας μου έρχονταν στο μεγάλο σπίτι, εκείνη για να πλύνει κι εκείνος για να περιποιηθεί τον κήπο με τις τριανταφυλλιές…

-Μόνο ο Στέλιος ξέρει να τις κλαδεύει σωστά, έλεγε η γιαγιά σου και ήθελε μόνον εκείνον. Και μονάχα στα χέρια της Μαρίας τα ασπρόρουχα λαμποκοπάνε…, έλεγε για τη μάνα μου.

            Και θυμάμαι, όταν σου έφερναν να φας, πάντα η «γιαγιά» είχε κάτι και για μένα. Με αγαπούσε, όπως την αγαπούσα κι εγώ κι όταν έφυγε, πόνεσα σαν να είχα χάσει τη δική μου γιαγιά…

            Μετά μεγαλώσαμε, εσύ έφυγες για να σπουδάσεις… Θυμάσαι που μου μαθαίνατε με τη γιαγιά να γράφω και να διαβάζω; Χάρη σε σας τους δυο μπορώ και διαβάζω όλα αυτά τα βιβλία που μου είχε αφήσει στη διαθήκη της. Σαν να ήθελε να με υποχρεώσει να «μορφωθώ», όπως μου έλεγε… Σχολείο δεν πήγα, αλλά ξέρω τόσα πολλά και σας το χρωστάω!

            Και όταν έφυγες για τις σπουδές σου, μου έγραφες και μου έστελνες και φωτογραφίες κι εγώ καμάρωνα για σένα! Και σε περίμενα…, όπως και τώρα...

            Από τότε που γύρισες, όμως, οι δικοί σου δεν καλόβλεπαν τη φιλία μας και μπορεί να φταίνε εκείνοι που «ανακαλύψαμε» πόσο αγαπιόμαστε. Μόλις βάλαν τους περιορισμούς, σε σένα περισσότερο, πως δεν έχεις πια καμμία δουλειά μαζί μου, πως είναι ντροπή να μας βλέπουν μαζί, τότε κατάλαβες πως δεν μπορούσες να τους υπακούσεις και τότε ήταν που μου έδωσες το πρώτο εκείνο φιλί…, γιατί εγώ σ’ αγαπούσα από τότε που ήμαστε παιδιά…

            Και σε ετοιμάζουν για γαμπρό, γι αυτό και όλες αυτές οι ετοιμασίες. Θα έρθει η νύφη με την οικογένειά της, για να κλείσει η «συμφωνία», όπως μου έλεγες ειρωνικά…

-Δε θα τους κάνω το χατίρι, μου είπες. Περίμενε και θα δεις τι τους περιμένει…, και γελούσε όλο σου το πρόσωπο και φωτιζόταν σαν τον υπέρλαμπρο ήλιο… Μόνο, σε παρακαλώ, μην εμφανιστείς εσύ. Δεν πρέπει να σε δουν. Έχω το λόγο μου…

            Κι εγώ δεν άντεξα και ήρθα. Και περίμενα εκεί, παράμερα, να σε δω, έστω, από μακριά, να χορτάσουν τα μάτια μου την όμορφη θωριά σου... Ήθελα να ξέρεις πως είμαι μαζί σου σε ό,τι αποφασίσεις. Ακόμη και να δεχόσουν αυτό το γάμο, πάλι δε θα μ’ ένοιαζε, γιατί εκείνο που ήθελα από πάντα ήταν να είσαι εσύ χαρούμενος κι ευτυχισμένος, έστω και χώρια μου…

            Και σαν πέρασαν οι ώρες και ο κόσμος είχε μαζευτεί, οι μουσικές στόλιζαν το όμορφο τοπίο, τα φαγητά πηγαινοέρχονταν, γέλια, χαρές, χοροί και τραγούδια, ξάφνου σωπαίνουν όλα. Σαν να είχε σταματήσει για λίγο ο χρόνος και αμέσως μετά φωνές θυμωμένες, αυτοκίνητα να φεύγουν, ο χώρος που πριν λίγο έσφυζε από ζωντάνια έμεινε σιωπηλός, λες και πλάκωσε μαύρο σύννεφο και σκοτείνιασαν όλα. Κι εμένα η καρδιά μου έτοιμη να ξεπεταρίσει από το στέρνο. Δε σε έβλεπα πουθενά. Μόνο τη μητέρα σου είδα κάποια στιγμή, υποβασταζόμενη από τον πατέρα σου, ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα κι εσύ πουθενά…

            Είχε πια σουρουπώσει για τα καλά, όταν κίνησα να φύγω, μα τα πόδια μου δεν υπάκουαν στις εντολές. Πρέπει να σωριάστηκα, γιατί όταν συνήλθα βρισκόμουν στην αγκαλιά σου και νόμιζα πως είχα ζήσει έναν εφιάλτη…

-Όλα τελείωσαν, αγάπη μου…, μου ψιθύρισες. Τώρα είμαστε ελεύθεροι. Αύριο θα κάνουμε το γάμο μας, τα έχω κανονίσει όλα και σε μια βδομάδα φεύγουμε…

            Πενήντα χρόνια ζήσαμε μαζί, εκεί, στη φιλόξενη Αφρική, με σένα να γιατροπορεύεις ιθαγενείς και ξένους κι εγώ να είμαι η κυρία, η αδελφή, η αγκαλιά που μπορεί να είχαν ανάγκη. Κοντά σου έζησα όσα θα ζούσε άλλη σε πολλές ζωές, σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ κι ας μην καταλαβαίνεις τι σου λέω. Μετά από κείνον τον πυρετό που σε ταλαιπώρησε για μέρες, που έπαιζες με το θάνατο ζάρια, ξαφνικά όλα άλλαξαν. Τότε οι γιατροί του νοσοκομείου που εσύ ίδρυσες, με παρότρυναν ν’ αλλάξεις περιβάλλον. Έτσι σ’ έφερα πίσω στο πατρογονικό σου, μήπως και θυμηθείς κάτι από τα παλιά… Καθόμαστε στα μαρμάρινα σκαλοπάτια και το μόνο που θυμάσαι είναι να μ’ αγαπάς. Με κοιτάς στα μάτια, μου σφίγγεις το χέρι και κάθε τόσο μου ψιθυρίζεις «σ’ αγαπώ»…

 

της Αθηνάς Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!