Επιλέξτε Page

Κατάθλιψη

6.12.2018

     
   Όταν χτυπάμε -για το σώμα μιλάμε- κάνοντας μια απλή ακτινογραφία, βρίσκουμε πού υπάρχει το πρόβλημα, από έναν μικρό και ακίνδυνο μώλωπα, μέχρι ένα σοβαρό κάταγμα, το επιδιορθώνουμε και περιμένουμε να γιάνει. Όταν κοπούμε και είναι μεγάλο και βαθύ το κόψιμο, πάμε στον γιατρό, καθαρίζει και περιποιείται το τραύμα, βάζει κάποια ράμματα και περιμένουμε να επουλωθεί η πληγή. Ό, τι κι αν μας πονάει στο σώμα, με κάποιες εξετάσεις εντοπίζεται και οι γιατροί κάνουν ό, τι περνά από το χέρι τους ή να το γιατρέψουν είτε, στην χειρότερη περίπτωση, βοηθούν τον πάσχοντα να υποφέρει όσο γίνεται λιγότερο.

   Στα κατάγματα, στις τομές και στα χειρουργεία, ο κάθε ασθενής είναι κι «ένας σταθμός κλιματικής αλλαγής».

   Όταν, όμως, παρουσιάζεται ένα πρόβλημα συμπεριφοράς ενός ανθρώπου, που μέχρι πριν λίγο καιρό τον θεωρούσαμε “φυσιολογικό”, τότε τι γίνεται; Τον προσπερνάμε ή του κοτσάρουμε την ταμπέλα του τρελού κι από δω πάν’ κι άλλοι;

   Ας πάρουμε την πιο απλή και συνάμα πιο περίπλοκη διαταραχή συμπεριφοράς: την κατάθλιψη. Και δεν θα την αναλύσουμε επιστημονικά. Για αυτό είναι άλλοι οι ειδήμονες και δεν είναι της παρούσης.

                                                                                                        *

   Η Βιργινία ποτέ δεν υπήρξε αυτό που λέμε “έξω καρδιά”. Ήταν μετρημένη στα λόγια, στις κινήσεις, σε όλα. Εργάστηκε τα δύο πρώτα χρόνια, μετά που τελείωσε στο σχολείο. Εκεί γνώρισε τον Χρήστο, ερωτεύτηκαν, δεν άργησε να έρθει κι η εγκυμοσύνη κι αμέσως παντρεύτηκαν.

   Η αλήθεια είναι πως είχαν ένα χούι σαν οικογένεια: φίλοι-φίλοι καριοφίλι, αλλά δεν μοιραζόμαστε τίποτα και με κανέναν. Άρα; Ποιοι φίλοι;

   Η Βιργινία ποτέ δεν θέλησε ν’ αποκτήσει μια ουσιαστική φιλία. Της αρκούσαν τα αδέλφια της, και όχι όλα, ο Χρήστος και τα παιδιά τους, που ερχόντουσαν το ένα μετά το άλλο. Πέντε, ζωή να έχουν!

   Ο Χρήστος δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ κι εκείνη στο σπίτι να μεγαλώνει τα βλαστάρια τους. Αχάραγα σχεδόν σηκωνόταν, να ετοιμάσει στον Χρήστο της το πρωινό του, να του βάλει το μεσημεριανό του και μόλις εκείνος ξεπόρτιζε, ετοίμαζε το γάλα των παιδιών. Τους τα πήγαινε στο κρεβάτι, μισοκοιμισμένα όπως ήταν, να το πιούν, γιατί τα μεγαλύτερα είχαν αρχίσει να δυσανασχετούν…

   Όλη την ημέρα μαγείρευε· άλλο φαγητό τα μωρά, άλλο τα μεγαλύτερα και άλλο για εκείνη και τον Χρήστο της. Συγύριζε, έπλενε, σιδέρωνε και το βράδυ αποκαμωμένη, αφού τα έβαζε για ύπνο, περίμενε τον άντρα της να έρθει, να του σερβίρει, να χαζέψουν λίγη τηλεόραση, αν δεν έβγαινε εκείνος με τα φιλαράκια του, που ήταν από παιδιά μαζί, και να πάνε για ύπνο.

   Πολλές ώρες μόνη, με τα παιδιά, όπως κι ο Χρήστος, πολλές ώρες μακριά από την οικογένεια. Κάτι οι παλιές του συνήθειες, κάτι το μπερμπάντεμα… Η Βιργινία ήξερε πως ξενοκοίταζε, αλλά δεν μιλούσε. Τα δεχόταν και τα ανεχόταν όλα.

   Ποτέ δεν είχαν ανταλλάξει λόγια τρυφερά και αυτό ήταν που της άρεσε από την αρχή σε κείνον· δεν είχε πολλά λόγια ο Χρήστος. Μα ούτε κι εκείνη ήταν διαχυτική απέναντί του. Με τον καιρό, όμως, αυτή η έλλειψη είχε αρχίσει να την ενοχλεί. Υπήρχαν κι καλοθελητές από δίπλα…

«Καλά, δεν σου μιλάει τρυφερά; Πάντα έτσι αγροίκος είναι; Εμένα ο δικός μου…»

   Αυτά άκουγε η Βιργινία και άρχισε να κλείνεται όλο και πιο πολύ στον εαυτό της. Άρχισε να απομακρύνεται κι από αδέλφια και τους συγγενείς, τους οποίους έβλεπε μόνο σε γιορτές και πανηγύρια. Δεν εμπιστευόταν κανέναν και καμία.

   Σ’ αυτό, φυσικά, δεν έφταιγε μόνον ο Χρήστος. Ποτέ δεν είχε ακούσει τους δικούς της γονείς να φέρονται διαφορετικά μεταξύ τους, απ’ ότι ο Χρήστος σ’ εκείνη. Ποτέ δεν εισέπραξε ένα χάδι, μια φιλοφρόνηση από τα γονικά της. Είχαν κι εκείνοι πολλά παιδιά και η αγροτική ζωή δεν τους επέτρεπε, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, να ασχοληθούν περισσότερο με τα παιδιά τους και ιδιαίτερα με τα κορίτσια.

   Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά μεγάλωναν, άρχισαν τα σχολεία και τα φροντιστήρια κι εκείνη να πηγαινοέρχεται και να τρέχει σαν τον είλωτα να τα προλάβει όλα. Κι αυτά τα ευλογημένα, άρχισαν να έχουν και διατροφικές προτιμήσεις. Σε κανένα τους δεν ήθελε να χαλάσει το χατίρι. Τέσσερα μάτια έχει η κουζίνα; Τρεις κατσαρόλες στη φωτιά κι ένα ταψί στο φούρνο…

   Η χαρά της Βιργινίας, τούτα τα παιδιά, όπως κάθε μάνας άλλωστε. Και η τεράστια ικανοποίησή της, η προκοπή και των πέντε!

   Πόσο καμάρωνε έξω από το πανεπιστήμιο, την ημέρα που το πρώτο της παιδί έπαιρνε το πτυχίο του! Ήταν η πρώτη εμπειρία, γιατί ακολούθησαν και άλλες. Στα άλλα της παιδιά έπιασε τον εαυτό της να μην έχει την ίδια συγκίνηση…

   Κι έτσι άρχισαν ένα-ένα να ξεπορτίζει. Το ένα διορίστηκε στην ηπειρωτική επαρχία, το άλλο στην νησιωτική, μέχρι να τελειώσουν και τα υπόλοιπα, που προτίμησαν τις μεταπτυχιακές σπουδές και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Κι έτσι άρχισαν και οι γάμοι… Όλα τους βρήκαν τον δρόμο τους κι η Βιργινία, εκεί που δεν προλάβαινε να πιει νερό, τώρα δεν ήξερε τι να κάνει τον άπλετο κι ελεύθερο χρόνο της. Υπήρξαν, βέβαια και κάποιες αναποδιές, που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν μάθαινε κανείς… Η ζωή της όλη κι ο κόσμος της ήταν αυτά τα παιδιά. Δεν αποζήτησε ποτέ μια φίλη να μοιράζεται μαζί της χαρές και λύπες. Είχε και μια μυστικοπάθεια…

   Ο Χρήστος της, που όλα αυτά τα χρόνια, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, δούλευε, έβγαζε καλά λεφτά σαν ελεύθερος επαγγελματίας, πλήρωνε τις υποχρεώσεις του στο ακέραιο και με το παραπάνω, χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις ή να διαμαρτύρεται. Παρείχε την οικονομική άνεση στην οικογένεια. Έλειπε, όμως, από την Βιργινία κι από τα παιδιά του. Εξακολουθούσε να φεύγει αχάραγα και γύριζε σαν σκοτείνιαζε. Και τα βράδια έβγαινε με τους φίλους του και γύριζε σπίτι του αργάμιση…

   Και όπως το βίωσε και το βιώνει όλος ο πληθυσμός τούτης της χώρας, η περίοδος με τις παχιές αγελάδες πέρασε ανεπιστρεπτί και ήρθε η άλλη, εκείνη των ισχνών, έως και άσαρκων… Κι εκεί που ήταν κύριος στις υποχρεώσεις του, ναι, τις οικονομικές, άρχισαν να διπλώνουν τα νοίκια κι οι λογαριασμοί, να μην μπορεί να εκπληρώσει ούτε τις ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, να…, να…, να…, μέχρι που μιαν ωραίαν πρωΐα, τους έδιωξαν κι από το σπίτι… Το σπίτι που παντρεύτηκαν, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους, το σπίτι που έμεναν πάνω από τριάντα χρόνια… Και αναγκάστηκε, την δουλειά που είχε -ποια δουλειά, δηλαδή, που όλες αυτές τις ώρες ζήτημα ήταν αν έμπαινε έστω κι ένας πελάτης- την επιχείρηση, ας πούμε, να την μεταφέρει στην γειτονιά του, σ’ έναν χώρο στο πατρικό του. Και δεν ήταν και νέος για να πει πως κάνει μια νέα αρχή.

   Το φευγιό των παιδιών, η οικονομική καταστροφή του Χρήστου, η έλλειψη ενός ανθρώπου, μιας φίλης, τα πενήντα και βάλε χρόνια που βάραιναν τις πλάτες της, συν τους δυο-τρεις καλοθελητές που της τραγικοποιούσαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση, η Βιργινία, μέρα με τη μέρα άλλαζε συμπεριφορά και άρχισε να βυθίζεται σ’ ένα λαβύρινθο… Απέκτησε και φοβίες…

«Να δεις που τώρα, κάπου θα βρει αυτός κι εσύ θα βρεθείς στο δρόμο, χωρίς περίθαλψη και χωρίς χρήματα… Χωρίς καμία ασφάλεια… Και δεν μπορείς να του πάρεις, έστω, και την μισή σύνταξη που δικαιούσαι…»

   Και διάφορα άλλα τέτοια και πάντα από τα ίδια άτομα, τα οποία, για ‘κείνη, ήταν υπεράνω πάσης υποψίας όλα αυτά τα χρόνια κι ας είχε δείγματα πως την εκμεταλλεύονταν τότε, την περίοδο με τις παχουλές αγελάδες… Και σιγά-σιγά και με σταθερά βήματα μπήκε σ’ αυτήν την άβυσσο που λέγεται κατάθλιψη.

   Τα παιδιά της, που ποτέ δεν έπαψαν να είναι δίπλα της, δεν κατάλαβαν από την αρχή τι της συνέβαινε, δεν αναγνώρισαν τα σημάδια. Άρχισε να φοβάται περισσότερο, να μη θέλει να βγει από το σπίτι, να έχει μόνιμα μια τσάντα με δυο-τρία πράγματα, την οποία μετέφερε σε όποιο δωμάτιο κι αν πήγαινε… Μάλιστα, το μικρότερο από αυτά, της έβαζε τις φωνές, γιατί δεν αναγνώριζε τούτη τη γυναίκα που έβλεπε.

«Έχεις τρελαθεί τελείως; Ποιος θα σε διώξει; Ποιος θα σε πετάξει στο δρόμο και γιατί; Εμείς, δηλαδή, δεν έχουμε λόγο; Τι θέλεις, να μας τρελάνεις κι εμάς;…»

   Το ευτύχημα, μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή που γινόταν καθημερινά πλέον, ήταν πως τα παιδιά της ζήτησαν βοήθεια από ειδικούς και το σημαντικότερο, η Βιργινία δέχτηκε ν’ ακολουθήσει. Χρειάστηκε καιρό, μέχρι ν’ αλλάξει και θεραπευτή, διότι από μόνη της, μόλις είδε πως ήταν καλύτερα, αποφάσισε να κόψει τα φάρμακα κι όπως διαπίστωσε ένα από τα παιδιά της, ήταν μετά την καθοδήγηση ενός από τους καλοθελητές… Τότε ήταν που η κατάσταση έγινε χειρότερα από πριν. Ο νέος θεραπευτής την πλησίασε πολύ τρυφερά, κάτι που είχε πολλή ανάγκη, τον εμπιστεύτηκε και του “μαρτύρησε” γιατί έκοψε τα φάρμακα.

«Επίτηδες μου τα δίνουν, για να με κλείσουν στο τρελάδικο και ν’ απαλλαγούν από μένα… Μου το είπε….»

   Αυτό ήταν. Τα παιδιά κι ο Χρήστος φρόντισαν να μην ξαναέρθει σε επαφή, έστω και σ’ αυτήν την τηλεφωνική που είχε, με τους ανθρώπους αυτούς, τους “καλοθελητές”. Άλλαξαν και πάλι περιβάλλον, γιατί το δεύτερο σπίτι το φοβόταν, και όλοι μαζί και προπάντων ο Χρήστος της, την αγκάλιασαν με περίσσεια φροντίδα και αγάπη.

    Φιλίες δεν απέκτησε, παρόλο που της το πρότεινε ο θεραπευτής της, και όπως λέγαν οι παλιοί “γέρος γάιδαρος, καινούρια περπατησιά πάει; Δεν πάει”. Απέκτησε, όμως, περισσότερη εμπιστοσύνη στον Χρήστο, μα πιότερο, στον εαυτό της.

   Η αλήθεια είναι πως πάλεψε και παλεύει κι αυτό είναι η μισή νίκη. Δεν αφέθηκε στην “μοίρα” της. Στύλωσε τα πόδια, όρθωσε το ανάστημά της… Δεν είπε κανείς πως είναι εύκολο. Καθόλου μάλιστα. Και αυτό είναι το αξιέπαινο για την Βιργινία και για όλες τις Βιργινίες του κόσμου… Μόνο που θέλει αγώνα, πολύ αγώνα και καθημερινό…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Λευκό πέπλο

Λευκό πέπλο

Δροσάτη νύχτα, αέρινη, Απριλίου. Στη λεωφόρο θόρυβος αυτοκινήτων. Χθες αρραβωνιάστηκαν δυο νέα παιδιά.  Το επόμενο Σάββατο, σε μια εξόρμησή τους στην εξοχική Ιερά Ανδρώα Μονή, περνούν τη μεγάλη πύλη με τον Σταυρό. Στην είσοδο του καθολικού δίπλα στο μανουάλι, ένας...

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Βροντή

Βροντή

Αθήνα Απαυδισμένοι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Αναμένονταν κινητοποιήσεις για το δημοψήφισμα με επίκεντρο την Πλατεία Συντάγματος. Αεροδρόμιο Μακεδονία «Σας μιλάει ο κυβερνήτης από το πιλοτήριο του αεροσκάφους. Αυτή είναι μια πτήση μη καπνιστών. Θερμοκρασία εδάφους...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Δεκαοκτώ μήνες

Δεκαοκτώ μήνες

Κανείς δεν επρόκειτο να του πάρει την ελευθερία του. Ο Πέτρος έχει και νομικό οπλοστάσιο στα χέρια του και οργανώνεται μέσα από τη φυλακή. Με τα συντρόφια του επικοινωνεί συνέχεια, καθώς και με την Άννα, που είναι μαζί από το πρώτο έτος της νομικής. Όλοι αυτοί ήταν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου