Select Page

Ο άντρας και το κορίτσι

Ο άντρας και το κορίτσι

 

 

Ετούτος, ο άντρας, είχε την ηρεμία των βουνών το καλοκαίρι που μονάχα η δροσιά τα περπατά, και το κορίτσι, που έτρεχε στα γύρω του, μια σπιθαμή θα το έλεγες μπρος στο τεράστιό του, περιστέρι που έπαιζε με τον ίσκιο του στα βαθύζωνα νερά θαλασσινής σπηλιάς, που στο βάθος της κρυμμένη η θαλπωρή του καλοκαιριού παιδεύει την παγωνιά του χειμώνα.
Αυτός, ο δεύτερος άντρας, που καθόταν ώρα και τον παρατηρούσε, που έσκαβε με το πρόσωπό του άλλου και τη δικιά του ζωή, σκέφτηκε πως θα ‘θελε να του έμοιαζε… το δίχως άλλο…
Θυμάται, Αυτός, τον εαυτό του, μ’ ένα χέρι απλωμένο ν’ απαιτεί από την ζωή του όλο και πιο πολλά, οι δικοί του να μην είναι ποτέ ευχαριστημένοι από όσα τους δίνει, να προχωρά τα χρόνια του μέσα στη γκρίνια και τη μιζέρια, οι άλλοι όλο και κάτι παραπάνω κάθε φορά με το μυαλό τους έπλαθαν, σήκωναν θύελλες εκεί που δεν υπήρχαν, Αυτός να μυρίζεται φορές την ειρωνεία στα βλέμματά τους, πίστευαν πως απέμειναν μόνοι Αυτοί και η κακία του κόσμου να τους καταδιώκει, μόνοι μέσα στο εύπλαστο των χρημάτων και των αξιώσεών τους, τώρα, ένιωσε πως φάνταζε μικρός μπρος στη θέληση Ετούτου που φαινόταν πως ζούσε με λίγα, κι αυτό του αρκούσε να έχει την άνοιξη στο πρόσωπό του.
Θα ‘θελε να του έμοιαζε, είπε.
Ετούτος, ο άλλος, που τόσο πολύ θα ήθελε να του έμοιαζε Αυτός, ήταν πολύ πιο ψηλός του, με γερούς ώμους, ένα τικ, ανεβοκατέβαιναν ετούτοι σαν λόφοι που τους λημεριάζει ο άνεμος, με ένα πρόσωπο γδαρμένο από τον καιρό, με τα μάτια γεμάτα καλοσύνη και το γέλιο πάνω του να κινείται σε όλον του τον ορίζοντα, κι Αυτός να απορεί, πως Ετούτος, ένας ζητιάνος να στέκει τόσο χαρούμενος κι Αυτός, ένας καταξιωμένος να είναι τόσο μουρτζούφλης.
Ένα μπλε χαρτί στα χέρια του Ετούτος είχε, σημάδι κάποιας του αρρώστιας ή της ύπαρξης πολλών παιδιών του, δεν το έδωσε σημασία, και η κόρη του στα πόδια του, να κινείται σ’ ένα πεδίο που η ίδια περιχαράκωνε, Ετούτος απλά σαν την παρατηρούσε να ξεφεύγει από το οπτικό του την σήκωνε και την έφερνε κοντά του, χαρίζοντάς της ένα μεγαλύτερο γέλιο και μιαν αέναη αγάπη κι εκείνη αφηνόταν, κάθε τους άγγιγμα κι ένα τους χάδι, ένα παιδί που σήμερα, Σάββατο, περιφερόταν γύρω από τον πατέρα της, ίσως ηθελημένα, για να ξεσηκώνει τα κούφια αισθήματα αυτών που θαρρούσε συνανθρώπους του, κόρης που άφησε τα σεντόνια της και την ηρεμία της μέρας, για να κυλιέται πάνω στα τσιμέντα με την αποφορά που αυτά φυλάκιζαν.
Αυτός, έτρεξε το νου στα παιδιά του, τέτοια ώρα θα ήταν ακόμα στα κρεβάτια τους, και τώρα που γέμισαν με χρόνια ο ύπνος ήταν αναφαίρετο δικαίωμά τους, ο μακρύς ύπνος του σαββατοκύριακου, και μετά ποτέ ευχαριστημένοι σε κάθε τους έξοδο, όλο και κάποιος δυσανασχετούσε γιατί έπρεπε να υποχωρήσει, άλλος επιθυμούσε το ένα άλλος το άλλο, άλλος να τον αφήσουν ήσυχο να μαλώνει ως αργά με το μαξιλάρι του ή τον υπολογιστή του, πάντα κάποιος με τα μάτια κάτω ακολουθούσε, κι έμοιαζαν φορές με κηδεία που περιφερόταν στον ήλιο, που οι τεθλιμμένοι φορέσανε τα καλά τους για να ακολουθήσουν κάποιους που συνόδευαν μια μέρα χαμένη.
Ετούτος δεν είχε μεγάλες βλέψεις, είχε το χαμόγελό του, όχι αυτό που φυτεύουν οι άνθρωποι για να δείξουν μια διάθεση που δεν έχουν αλλά εκείνο που φυτρώνει σε πρόσωπα ερωτευμένα με τη ζωή και τους ανθρώπους τους, δεν άπλωνε το χέρι με τη φούχτα ανοιχτή, το μπλε χαρτί με τα φευγάτα γράμματα και μια φωτογραφία έδειχνε, λόγια που ίσα ακουγόταν γέμιζαν το γύρω του χώρο, μόνον το ευχαριστώ του ήταν τεράστιο κι από τα φυλλοκάρδια του το αισθανόσουν, φορές τίναζε τους ώμους, άλλες φορές σήκωνε την κόρη του και την τοποθετούσε σιμά του, εκείνη ξέφευγε, έπαιζε με κάποια πετραδάκια ή κλαδάκια που παράσερνε το αγεράκι, Ετούτος ήταν χαρούμενος και με την σημερινή του μέρα και τον ήλιο που είχε, τεράστιος μέσα στο πρωινό που προσπαθούσε να ορθωθεί.
Αυτή είναι η μια πλευρά της αγάπης, σκέφτηκε Αυτός, να είσαι με τους ανθρώπους σου και πάντα πρόσχαρος, ευτυχισμένος μες στα μάτια τους και τις κινήσεις τους, μακάριος με τα τόσο απλά, με ένα ξυλάκι που χαράζεις γράμματα, με μια πέτρα με την οποία αναποδογυρίζεις ζωγραφιές, με ένα τίναγμα στον αέρα, κι η άλλη η πλευρά της αγάπης, το ζευγάρι της παραλίας που είδε ψες, αυτός θα είχε καβατζάρει τα ογδόντα, η γραία του μετά τα εβδομήντα της, εκείνος κοτσανάτος κι ευθυτενής, προχωρούσε σαν στύλος που είπε να κάνει μιαν έξοδο από την ακινησία του, εκείνη γερτή, καμπούρα τόσο που έλεγες θα φιλήσει τη γης, κι όμως τα χέρια τους ήταν σφιχτά δεμένα που μήτε ο χάρος θα μπορούσε να τα χωρίσει και τα βλέμματά τους τόσο γεμάτα που ο ήλιος ντράπηκε με την αμυαλιά του να θωρεί πως όλα τα γνωρίζει.
Έστεκε εκεί από τα χαράματα, χαιρέτισε τους πρώτους εργαζόμενους, εκείνοι του ρίξανε την περιέργειά τους, Ετούτος καραδοκούσε από ώρα κοιτάζοντας βαθιά τις σιδεριές του σουπερ μάρκετ και απορούσε με την αμυαλιά των ανθρώπων να φυλακίζονται, να δεσμεύουν ό,τι αγαπούν, δραπέτευσε στην κόρη του και άφησε πάνω της την ερωτοτροπία του πρωινού ήλιου με τη νυχτερινή βροχή, για μιας αναρίγησε, το μέλλον της κόρης του είδε μέσα στις αναμνήσεις του, ένα παιδί κι Ετούτος να κυλιέται στους λασπόδρομους, να καλύπτεται από τον αγέρα που τον χτυπούσε σαν πίσω στην καρότσα ήταν κουβαριασμένος και το αγιάζι να περνά την τέντα της σκηνής και να ζουφώχνει μέσα του, τώρα είναι εδώ, επαίτης που ξέρει πως έτσι θ’ αγοράσει ένα κομμάτι ψωμί για τους άλλους, ίσως μια κόχη να περισσέψει για τον εαυτό του, το μέλλον της κόρης του φαντάζεται και η καρδιά του μαυρίζει, μια ανεμοζάλη του έρχεται, δέξου τη μέρα, έτσι έλεγε από παλιά, δέξου τη μέρα και άφησέ την να σε χαϊδέψει, γύρισε η γαλήνη μέσα του και η ηρεμία που έχουν οι άνθρωποι που ποτέ τους δεν προξένησαν κακό μήτε στη σκέψη και ποτέ κάτι τέτοιο δε θα γεννήσουν τα χέρια τους.
Φωτογραφίες σχισμένες σε μύρια πρόσωπα στο νου του παρατηρητή, του ανθρώπου του καταξιωμένου στην κοινωνία των άλλων, Αυτού που παρατηρούσε Ετούτον, και ντρεπόταν να τον αποκαλέσει ζητιάνο, ένα συλλεκτικό λεύκωμα μέσα του, να πάψει πια να κάνει συγκρίσεις, Ετούτος με τα ρούχα τα τριμμένα κι Αυτός με χυμένα πάνω του τόσα με όσα ο άλλος θα περνούσε μια ζωή, ένα παρτέρι των παιδικών του γεμάτο φράουλες, Αυτός να τρέχει και να τις αρπάζει με τα χέρια και να τις καταβροχθίζει στη στιγμή, μια βουλιμία του έσφιξε το στομάχι, τον πλησίασε και του έδωσε όσα δεν λογάριαζε, κοίταξε τα μάτια του να δει κι έμεινε μέσα τους για χρόνο.
Τα μάτια Ετούτου, η αρμονία της φύσης καθώς ο ήλιος βγαίνει μελώνοντας με τη βροχή και την ομίχλη που τον καθυστερούσε, κοίταξε βαθιά του κι είδε την αέναη γαλήνη να ταξιδεύει στα μακρινά πελάγη και να τα έχει όλα δαμάσει, μα στο βάθος, σε μιαν γωνιά, εκεί που κάποιο σκουπίδι σχημάτισε μια σκιά, μιαν φοβία είδε, μια φοβία για το μέλλον, όχι το δικό του, μα της κόρης του.
Μικρές κόκκινες τσούσκες στα μάτια Αυτού, μια πανώρια πέρασε με στήθη φουσκωτά, το μίνι να αφήνει λεύτερους τους γλουτούς και τα ψηλοτάκουνά της να βομβαρδίζουν τον ήχο, Αυτός γύρισε προσωρινά, Ετούτος στράφηκε κι έμεινε πάνω της, πίστευε Αυτός πως τώρα θα δει μέσα στα μάτια Ετούτου τον πόθο, όμως τρόμαξε με αυτό που αντίκρισε, πόθος κανένας δεν γεννήθηκε παρά μια πικρία, μια σιγουριά για το μέλλον γεννημένη, η κόρη του ποτέ δεν θα μπορούσε τόσο όμορφα επιβλητική να είναι, κι άλλα η μοίρα μισερά της ετοιμάζει, για μιαν στιγμή μονάχα αυτά στο νου του, γύρισε Ετούτος και τον κοίταξε, με αμηχανία στιγμιαία, ένα ευχαριστώ του ξανάπε πιο μεγάλο κι από πιο βαθιά του, κι Αυτός, ο άνθρωπος που τα χρήματα ποτέ δεν τα λογάριασε γιατί είχε πιο πολλά από όσα του χρειαζόταν, έγειρε το κεφάλι κι ήθελε να του πει κι αυτός ευχαριστώ μα δεν τολμούσε.
Τον βελόνιασε στα ενδότερά του και μετά άφησε κι Ετούτον να μπει μέσα του, τότε Ετούτος, ο άνθρωπος που ζούσε με όσα η φτώχεια των πόρων τον έντυνε και με όσα ο πλούτος της καρδιά του τον χάιδευε, είδε μέσα σ’ Αυτόν και τρόμαξε, δεν είδε τα χρήματά του, την ευμάρειά του ή το κακομαθημένο των παιδιών του, παρά τον τρόμο, τον τρόμο που νιώθουν οι πλούσιοι άνθρωποι σαν αισθάνονται την μοναξιά των αισθημάτων τους.
Αυτός, έσκυψε το κεφάλι και κίνησε, Ετούτος με μια αιθέρια κίνηση άρπαξε την κόρη του και την πέταξε ψηλά, εκείνη έβγαλε μιαν απρόσμενη τσιρίδα κι Ετούτος της χάρισε το γέλιο του, στην κόρη του και στον αγέρα και σε όσους προσπαθούσαν να καταλάβουν πόσο μεγάλη ήταν η φτώχεια και η χαρά του, Αυτός συνέχισε με ένα μεγάλο βάρος στη ράχη του, οι ώμοι κρέμασαν κι έψαξαν να βρουν το σκοτάδι της ψυχής του, ένας σκουπιδοσυλλέκτης πέρασε, μια φωνούλα από Ετούτον άκουσε, γύρισε και τον κοίταξε άπνοος.
«Αχ, τον καημένο,» είπε Ετούτος κι έστειλε στον άλλο φτωχό, σε αυτόν που είχε πάνω του την αποφορά όσων οι άνθρωποι πετούσαν, του έστειλε το πιο αθώο του βλέμμα γεμάτο με την λυπησιά που έχουν κάποιοι όχι για τους συνανθρώπους τους μα για τη ζωή που τους βούλιαξε σε ξένους ουρανούς.
Τότε στο μυαλό του, Αυτός, έφερε τα παιδικά του και είδε, ο εαυτός του με ένα γέλιο που ποτέ του δεν είχε στα μετέπειτά του χρόνια, τον είδε ολόρθο σε μια στοίβα χώμα να το αρπάζει και να το πετάζει ψηλά, μετά να κάθεται από κάτω του, να δέχεται τη σκόνη, την άμμο και να γεμίζει το χώρο με το γέλιο του, ένα γέλιο από βαθιά του, κι όμως ούτε κι αυτό ήταν αρκετό να τον μερέψει τώρα, ένα μειδίαμα φύτρωσε στα χείλη του, μειδίαμα που ξετρυπώνει σαν θυμάσαι τα περασμένα και λες, πάνε πέρασαν και δεν θα ξανάρθουν, όπως και το πανί στον παλιό σινεμά της γειτονιά που στηνόταν στον τοίχο κι άφηνε πάνω του ανεξίτηλα σημάδια, όπως και τα λιοντάρια του τσίρκου που σίγησαν πια μες στον θάνατό τους, μονάχα ένας σκαντζόχοιρος μπροστά του, εκείνος που περιφερόταν στην αυλή του σπιτιού τους κι ο άλλος που είχε η γιαγιά για να μπήγει τις καρφίτσες της.
Η μελαγχολία μετριάστηκε, αυτή είναι η ζωή μου, σκέφτηκε, κοίταξε τα δώρα των παιδιών του, το άλλο της γυναίκας του, πλανήθηκε βαθιά τους αν θα τους αρέσουν, αν δει την επιβράβευση ή την απογοήτευσή τους, την απογοήτευσή του από τη ζωή του δεν θα την έβλεπαν ποτέ, μονάχα απαιτήσεις, κι Αυτός να τρέχει όλα να τους τα προσφέρει και να σκέφτεται και την κάθε τους αντίδραση, μια ζωή τον θυμάται με δώρα στα χέρια, με προγραμματισμένα ταξίδια, με διακοπές ημερών σε νησιά και σε μακρινές μεγαλουπόλεις, από όλες θυμάται και από μια τους απογοήτευση, όλο και κάτι διαφορετικό του ζητούσαν κι εκείνος όλο να τρέχει να ομορφύνει τη ζωή τους, χρήματα υπήρχαν κι αυτά όλα τα μπορούσαν πίστευε, ως και να εξαγοράσουν κάποια θλίψη, γύρισε και είδε Ετούτον, Ετούτος δεν είχε καμιά ανάγκη να εξαγοράσει τίποτε, κι η κόρη του είχε τόση ευδαιμονία που λίγες φορές τα παιδιά του είδε.
Ο ήλιος ήρθε και στήθηκε πίσω του και μέσα από το άσπιλο φως ξανά το κορίτσι σκόπευσε, την θώρησε τόσο μαύρη που σιγουρεύτηκε πως το χώμα την έντυσε οριστικά κι αυτή ποτέ της δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί από αυτό, γύρισε να δει το σαπούνι που πήρε και σκέφτηκε σαν στο σπίτι γυρίσει, να πλύνει σχολαστικά τα παιδιά του, να φύγουν από πάνω τους ως και οι μνήμες από τους κόκκους άμμου που μπορεί από μια γωνιά της αυλής τους να κάθισαν στα χέρια τους…

Πλαγιάρι 29/4/14

 

γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Άννα Μαρία Ζαγοριανού

    Παραστατική , δυνατή γραφή. Η πένα σας ζωγραφίζει το χαρτί. Πολύχρωμα και πολλά τα συναισθήματα. Σας ευχαριστώ.

    Απάντηση
    • Θεόδωρος Πάλλας

      ευχαριστώ πολύ για τα πολύ καλά σου λόγια και για την υπομονή σου να διαβάσεις το διήγημά μου

      Απάντηση
      • sofpani

        μια ατελειωτη βουβη συνομιλια του κοσμου που βλεπουμε και του κοσμου που ειμαστε… ευχαριστουμε που την αφουγκραστηκες κ την μοιραστηκες μαζι μας….

        Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!