τοβιβλίο.net

Select Page

Ο τζόγος

Ο τζόγος

Η Μαριάνθη είχε στο πορτοφόλι της τα τελευταία ψιλά. Ήθελε ακόμα πέντε μέρες για να πληρωθεί. Στο σπίτι τους είχε όλους τακτοποιημένους… Φαγητό υπήρχε, οι λογαριασμοί όλοι πληρωμένοι, το παιδί το χαρτζιλίκι του, όλα σε τάξη, εκτός από την ίδια…

Περπατούσε στο δρόμο χωρίς προορισμό… Βγήκε από το σπίτι για να μην καταλάβουν την απόγνωσή της. Δεν ήθελε να τους στενοχωρεί, την είχαν τρελάνει και τα τηλέφωνα από τις εισπρακτικές εταιρίες, το νέο φρούτο της χώρας μας…

Όταν εργαζόταν, τώρα ήταν συνταξιούχος, ήταν κι οι εποχές που οι τράπεζες έδιναν αφειδώς δάνεια, είχε αναγκαστεί να πάρει δύο: ένα με τον σύζυγό της, για να μπορέσει να του παρέχει ό,τι λαχταρούσε η ψυχή του κι ένα για τον αδελφό της, που με ό,τι κι αν καταπιανόταν, ερχόταν η στιγμή που έμενε στον άσο. Κάτι οι καιρικές συνθήκες, κάτι οι κακοί υπολογισμοί, δεν ήθελε και πολύ να “πέσει έξω το καράβι του”… Μπορεί εκείνη να ήταν η μικρότερη, αλλά είχε μάθει, είχε βοηθήσει και σ’ αυτό ο πατέρας τους, να είναι το παλικάρι της οικογένειας. Σ’ εκείνη πρόστρεχαν όλοι για να τους λύσει το όποιο πρόβλημά τους, για να βοηθήσει, και το έκανε με όλη της την καρδιά. Πολλές φορές μάλιστα, και χωρίς να της το ζητήσουν. Είχε μάθει να προβλέπει τις ανάγκες τους…

Η ζωή, όμως, τις περισσότερες φορές, γνωστό τοις πάσι, μας παίζει κάτι παιχνίδια, που θαρρείς πως μόνο στα μυθιστορήματα ή στον κινηματογράφο γίνονται…

Η Μαριάνθη εδώ και μια δεκαετία βρίσκεται ολομόναχη να μεγαλώνει το παιδί της, να φροντίζει την μητέρα και τον αδελφό της, να συντρέχει σε όσους ανήμπορους συναντούσε στο διάβα της, χωρίς ν’ αγκομαχά, χωρίς να παραπονιέται. Αντίθετα, χαιρόταν πολύ όταν ένιωθε πως βοήθησε κάποιον κι ας μην τον γνώριζε. Και το κρατούσε κι επτασφράγιστο μυστικό…

Η μία αναποδιά την χτυπούσε μετά την άλλη, λες κι όταν γεννήθηκε, αντί να έρθει η καλή νεράιδα να την ακουμπήσει με το μαγικό ραβδάκι της, ήρθε η μάγισσα και της προδιέγραψε ότι θα περάσει τα δεινά του Σισύφου. Εκείνη, όμως, εκεί, βράχος ακλόνητος, σαν αυτόν που ανέβαζε ο ήρωας της μυθολογίας μας στο βουνό και σαν έφτανε στην κορυφή, ο βράχος κατρακυλούσε, χωρίς να χάνει ίχνος από το βάρος του… Αλλά, όπως λέει και μια ρήση, κάποτε και το ατσάλι λυγίζει.

Η μία προδοσία ερχόταν μετά την άλλη. Η μια ζημιά, υλική πάντοτε, ακολουθούσε την άλλη, σαν να είχαν βάλει στοίχημα ποια θα την λυγίσει. Κι έτσι βρέθηκε σ’ έναν στρόβιλο, που από την δίνη του ζαλίστηκε, απόκαμε, όπως λέμε.

Σε μια τέτοια απόγνωση βρισκόταν και σήμερα. Κανείς από τα δύο αρσενικά της ζωής της δεν συμμετέχει -τον πατέρα της τον είχε χάσει εδώ και μία πενταετία- στην αποπληρωμή και την εξόφληση των δανείων, τα οποία, αντί να ελαττώνεται το αρχικό κεφάλαιο, αυξανόταν, όπως συμβαίνει και με τόσους άλλους… Ήξεραν και ξέρουν οι τράπεζες τι κάνουν. Σιγά μην χάσουν τα λεφτά τους… Τα διάφορα νομικά τερτίπια που ψηφίστηκαν για να ελαφρύνουν τις πλάτες των δανειοληπτών, τάχα μου-τάχα μου, δεν μπόρεσε να τα εκμεταλλευτεί, γιατί δεν είχε τις απαιτούμενες προδιαγραφές, όπως της απαντούσαν…

Ας μη μείνουμε, όμως, στα δεινά της Μαριάνθης, που είναι ατελείωτα και θα γεμίζαμε τόμους και που, όπως έλεγε η ίδια «πληρώνω τις επιλογές μου…»

Καθώς περπατούσε άσκοπα στο δρόμο, στάθηκε μπροστά σε ένα προποτζίδικο. Ποτέ της δεν ασχολήθηκε με τον τζόγο κι ας δούλεψε, όταν ήταν φοιτήτρια, για να μην επιβαρύνει τα γονικά της, σ’ ένα τέτοιο πρακτορείο. Δεν είχε αγοράσει ούτε πρωτοχρονιάτικο λαχείο ποτέ.

«Εκτός από το τάλιρο που μου έχει απομείνει, δεν έχω να χάσω τίποτα άλλο», μονολόγησε και μπήκε μέσα.

Πήρε ένα δελτίο, όποιο βρήκε μπροστά της, συμπλήρωσε στην τύχη κάτι κουκίδες, δεν έβλεπε και καλά γιατί δεν είχε μαζί τα γυαλιά της, πλήρωσε και βγήκε στο δρόμο. Δίπλωσε το δελτίο στα τέσσερα, το τρύπωσε σε μια θήκη στο πορτοφόλι της και πήρε το δρόμο για το σπίτι της, με μια παράξενη ηρεμία.

«Είσαι καλά;», την ρώτησε το παιδί της.

«Ναι, αγάπη μου, καλά είμαι.»

Φόρεσε κάτι πρόχειρο, γέμισε ένα ποτήρι κρασί, πήρε τα τσιγάρα της και βγήκε στο μπαλκόνι.

«Τι όμορφη που είναι η φύση τούτη την ώρα του δειλινού!…», μουρμούρισε.

Κάπου στο βάθος είδε μιαν αστραπή και λίγο μετά ακούστηκε και η βροντή.

«Το πάει για βροχή… Αλίμονο σ’ αυτούς που κοιμούνται στο δρόμο…», σκέφτηκε και τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν, σαν την μπόρα που ξέσπασε σε λίγο…

Οι μέρες πέρασαν ηλιόλουστες και με “σποραδικές” μπόρες καταμεσής του καλοκαιριού, αλλά η ψυχή της ήταν βαρύ καταχείμωνο… Κι έφτασε και η πολυπόθητη μέρα της πληρωμής των συντάξεων και των λογαριασμών που είχαν έρθει.

Ανοίγει το πορτοφόλι της, που όλον αυτό τον καιρό βρισκόταν σε αχρηστία, να βάλει τα χρήματα που απέμειναν, όταν είδε το δελτίο.

«Καλά, σιγά μην κέρδισα και σιγά μην θυμόμουν να το κοιτάξω…», σκέφτηκε και αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι της με τα πόδια, παρόλο που τον τελευταίο καιρό την πονούσαν. Ήθελε να περπατήσει, μήπως και ξεκαθαρίσει και το μυαλό της… Πολλοί οι αριθμοί, πολλές οι υποχρεώσεις, ελάχιστα τα έσοδα…

Καθώς πλησίαζε στο σπίτι, σταμάτησε στο πρακτορείο από όπου είχε πάρει το δελτίο, περισσότερο από περιέργεια. Βλέπει στην είσοδο μια ταμπέλα ευδιάκριτη που έγραφε πως το Τζάκποτ, όπως λέγεται, είχε συμπληρωθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα.

«Να ’ναι καλά όποιος το κέρδισε», σκέφτηκε «και μακάρι να μπορέσει, αν είναι στην μοίρα των περισσοτέρων Ελλήνων, ν’ ανασάνει από έξοδα και υποχρεώσεις!…»

Πλησιάζει στον υπάλληλο, έναν ασπρομάλλη και γλυκομίλητο κύριο που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο.

«Εδώ και καιρό έχω παίξει αυτό το δελτίο… Η αλήθεια είναι πως δεν ασχολήθηκα… Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;»

«Δώστε μου να το δω…»

«Βρέθηκε!… Βρέθηκε!…», άρχισε να φωνάζει χαρούμενος και αν τον βαστούσαν τα κότσια του, θα πηδούσε πάνω από τον πάγκο…

Η Μαριάνθη έχει μείνει να τον κοιτάζει, χωρίς να καταλαβαίνει, όταν ξαφνικά βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά του.

«Εσύ είσαι, λοιπόν!…», της είπε όλο χαρά. «Εσύ είσαι και σε ψάχναμε…»

Όσοι βρίσκονται μέσα στο πρακτορείο αρχίζουν να χειροκροτούν, να θέλουν να την αγγίξουν, να της σφίξουν το χέρι…

Πέρασαν έξι μήνες από ‘κείνη τη μέρα. Η Μαριάνθη μόλις πήρε την επιταγή στα χέρια της, πήγε κατευθείαν στην τράπεζα απ’ όπου είχε πάρει τα δάνεια, τα εξόφλησε, εξασφάλισε το παιδί της, τον αδελφό της και στον οποίο είπε πως από ‘δω και πέρα θα πρέπει να πορευτεί με αυτά. Κι εκεί που όλοι σχεδόν της είχαν κόψει κι αυτήν την “καλημέρα”, ξαφνικά βρέθηκαν να την καλούν για καφέ, για τραπεζώματα, για εκδρομές, για…, για… Έγινε πάλι η Μαριάνθη που όλοι νοιάζονταν και αγαπούσαν, αλλά κι εκμεταλλεύονταν, με τον τρόπο του ο καθένας. Το μάθημά της, όμως, το είχε πάρει.

Ήταν χαρούμενη γιατί τα λεφτά ήταν τόσα, που μπόρεσε να δωρίσει κι ένα σεβαστό ποσό σε δυο-τρία “σημεία” που φρόντιζαν παιδιά, αναξιοπαθούντες και κάθε κατατρεγμένο.

«Τα έτοιμα τρώγονται εύκολα…», της έλεγε η μητέρα της. «Κράτα και κάτι για σένα, παιδάκι μου…»

«Μην ανησυχείς, μάνα. Είναι τόσα πολλά, που θέλω δυο ζωές για να τα ξοδέψω. Άλλωστε, έχω μάθει πια στα λίγα. Τώρα που δεν με κυνηγούν οι εισπρακτικές και τα δάνεια, δεν φοβάμαι τίποτα, εκτός από Τον Θεό…!»

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος