Select Page

Πάντα θα είναι η αρχή…

 

 

Στο στενό δρομάκι με τις μωβ χορταστικές βοκαμβίλιες, μία γιαγιά περπατά σιγανά, με βήματα απαλά, σαν εκείνα που κάνει κάποιος που ονειρεύεται ότι πατεί στα σύννεφα, σαν εκείνα που κάνει όποιος φρέσκο-ερωτεύεται. Σα να πετά. Σαν άγγελος με κάτασπρα πουπουλένια φτερά. Να ’ναι η ψυχή της που ετοιμάζεται, να ‘ναι η ζωή της που φεύγει ή να ‘ναι η ελαφριά καρδιά της που κάθε που έδινε τόπο στην οργή και αγάπη σε εκείνους που την άφηναν στην άκρη έχανε και από λίγα γραμμάρια και αδυνάτιζε, για να μπορεί να πετά με άνεση στον ουρανό της αγάπης…

Στο στενό δρομάκι το χιλιοπερπατημένο, ανασαίνει αργά και κάθε της βήμα δίνει δύναμη για το άλλο. Τα μάτια της τα γέρικα σχηματίζουν βαθιές γραμμές μιας μεγάλης διαδρομής. Ταξίδια του νου και του σώματος την έφεραν εκεί να κρατιέται δειλά από τον πλαϊνό τοίχο και να σφίγγει με το άλλο τη μαγκούρα της με τρεμάμενο χέρι.  Να χώρεσε - αχ μακάρι να χώρεσε- τόσα μα τόσα εκείνο το μάτι... να χόρτασε από το παραμύθι της ζωής. Να μη βρήκε πολλά μήλα δηλητηριασμένα... να βρήκε ιππότες με σπαθιά που χαράξαν δρόμους για να τη βρουν, να βρήκε εκείνον το σοφό, να της είπε την αλήθεια να έγινε και εκείνη η σοφή ενός άλλου παραμυθιού...να βρήκε την αρχή από ένα τέλος... και να έδωσε τέλος σε κάτι που δεν είχε αρχή.. 

Σαλεύει το κορμί σε έναν επίγειο Παράδεισο που έχει ήδη φτάσει. Γυρνά το κεφάλι της αργά και χαμογελά και το γέλιο της, δίνει την απάντηση στο μυστικό της ζωής. «Να το έχεις μαζί σου τούτο το γέλιο, να μη γονατίζεις... να μπορείς να το κουβαλάς σε ό,τι κι αν γίνει… να λες ένα δεν πειράζει... πάμε μπροστά...και όχι πίσω...» ψιθύρισε απαλά στην κρεμαστή βοκαμβίλια.  Να άφησε –άραγε τι να άφησε- κάτι θα άφησε πίσω της... έναν ή πολλούς... ένα ή πολλά... να κέρδισε –άραγε τι να κέρδισε -θα κέρδισε σίγουρα... Και από τα δάκρυά της ακόμα θα κέρδισε... τη ζωντάνια να θέλει και να παθιάζεται με τη ζωή, με τα θέλω της. 

Όχι, να μην είναι μόνη, ας μην έχει το παραμύθι της μία πόρτα μοναχική με ένα κλειδί βαρύ και τεράστιο, που ίσα να το σηκώνουν τα γέρικα κοκαλάκια της! Να μη νιώθει μόνη, να είναι με πολλούς εαυτούς και μη, με όσα φόρεσε και όσα πήρε μαζί της. Να έχει γεμάτη τη ντουλάπα της με ρούχα αγάπης. Να φόρεσε το κατακόκκινο του έρωτα... το πράσινο της φύσης... το κίτρινο του ήλιου… να φόρεσε και το μαύρο, για τις αγάπες που έχασε, να τις έκλαψε και να προχώρησε μπροστά φορώντας το λευκό της δικής της αγάπης. Να το φορά ακόμα η καρδιά της, τώρα που πλησιάζει σε εκείνο το λευκό φως να της ταιριάζει…

Τα βήματά της χορεύουν βαλς, και μοιάζει να μην πατά καν στο δρόμο. Η ανήμπορη αυτή γιαγιά ξέρει τα βήματα και τις φιγούρες. Κάποιος όμορφος νέος ή γέρος θα τη χόρεψε και εκείνη θα του χάρισε την καρδιά της... Κάποιος κρυφός έρωτας θα την έκανε να χορεύει μόνη της σε κάποιο μοναχικό σαλόνι και θα χόρευε με τη σκιά του ανύπαρκτου και θα λαχτάρησε και η λαχτάρα θα την έκανε γελαστή και ανυπόμονη, θα την έκανε έτοιμη κάποιες φορές να τα δώσει όλα για όλα και άλλες ανασφαλή και φοβισμένη θα άφηνε τα πρέπει της να τη νουθετούν και θα σταματούσε τον κρυφό χορό της...

Σα μπαλαρίνα γελαστή, χρόνια πίσω, θα την έβλεπε κανείς να αλλάζει τις εκφράσεις της καθώς θα έκανε την όμορφη πιρουέτα της, καθώς θα ανασήκωνε αργά το πόδι της λυγισμένο και ύστερα τεντωμένο ψηλά, γέρνοντας το κεφάλι της εκεί που αγαπά, θα μάγευε τα πλήθη... θα άρπαζε βλέμματα αγάπης, γυρεύοντας στο πλήθος εκείνο το βλέμμα που θα την έκανε να σκίσει τα τούλια της και να πετάξει τα ματωμένα παπούτσια της... 

Περπατά στο στενό και οι βοκαμβίλιες γίνονται ακόμα πιο μωβ. Να ’ναι το μωβ της άνοιξης ή το μωβ της κακιάς της ώρας... κανείς δεν ξέρει... Τακ-τακ η χρυσή μαγκούρα της ζωής παίζει έναν ρυθμό βασανιστικό και ήρεμο συνάμα και θαρρείς πως τα έχει όλα τούτη η στιγμή... και απορείς... πώς γίνεται όταν σιμώνεις στο τέλος να έχεις τελικά προλάβει όσα δεν έλεγες ότι μπορείς να προλάβεις...

Στο στενάκι, μία κοπέλα της φωνάζει να μη φύγει ακόμα… μα τα χέρια δε φτάνουν… Η κοπέλα δακρύζει παραπονεμένη και εκείνη γυρίζει και πάλι στη μεριά της και της χαμογελά... σα βελούδινο χάδι τρυφερό εκείνο της αγαπησιάρας γιαγιάς... και σα χάδι από τη ζωή την ίδια της λέει... «ακόμα τίποτα δεν είδες, ακόμα δεν έχεις τίποτα γευτεί και εγώ κατέχω τα μυστήρια και ξέρω...πως ακόμα και εδώ σε τούτο το στενό, το θαύμα μιας απλής βοκαμβίλιας μπορεί να με ταξιδέψει, το μυρμήγκι που περπατεί πάνω της και η αράχνη που το έχει δει από μακριά και στήνει τον ιστό της λίγο πιο πέρα... αυτό είναι το θαύμα….»

Τα χέρια της κοπέλας αδειάζουν, μα εκείνη συνεχίζει να της γελά και αιωρείται το πεντάγλυκο συναίσθημα, της αγάπης και της ανάμνησης, του πάθους της ζωής. Αιωρείται και εκείνη η τελευταία φράση... που τραγούδησε γλυκά σαν πετάρισε με τα νέα της φτερά, κείνα του Παραδείσου…

«Αυτό που βάζεις τέλος κάτεχε, πάντα θα είναι η αρχή...»

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

6 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    «ακόμα τίποτα δεν είδες, ακόμα δεν έχεις τίποτα γευτεί και εγώ κατέχω τα μυστήρια και ξέρω…πως ακόμα και εδώ σε τούτο το στενό, το θαύμα μιας απλής βοκαμβίλιας μπορεί να με ταξιδέψει, το μυρμήγκι που περπατεί πάνω της και η αράχνη που το έχει δει από μακριά και στήνει τον ιστό της λίγο πιο πέρα… αυτό είναι το θαύμα….»

    Ναι αυτό είναι το θαύμα!!!!!!Θαυμάσια ιστορία για άλλη μια φορά!!!!!!!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Ας το αναγνωρίζουμε όλοι…

      [Ανεκτίμητη η παρέα σας στα κείμενά μου, ευχαριστώ πολύ…]

      Απάντηση
  2. Κατερινα Λαζιδου

    Υπεροχο! Σου ευχομαι …να προλαβεις οσα δεν ελεγες πως θα προλαβεις.

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σας ευχαριστώ θερμά για την πολύτιμη ευχή…

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος