Παρηγορημένη από την απόφαση
σκόρπισε το σύννεφο των ματιών της στον άνεμο
καστανά μάτια γεμάτα κανέλα και μέλι
ξανθές φυλλωσιές, σπασμένες σκέψεις,
το φως στο μακρινό ορίζοντα χρυσό της αθωότητας
παιχνίδια της μοναξιάς και της απόστασης
στη δύση του νου ταξίδια στο μέλλον του κόσμου.
Έκλεισε μέσα στο σεντούκι τις λιγοστές πολύτιμες στιγμές
και το πέταξε με θυμό απ' τ' ανοικτό παράθυρο στα βράχια.
Γονατιστή στο υγρό χώμα με ευλάβεια
γυρεύοντας όπως πάντα τη μυρωδιά της προδομένης ζωής
μια υποψία αφής ξεγλιστρά και ξεφεύγει
μα πώς μπορεί να ξεχνά τόσα άστρα... συλλογίστηκε
τα λουλούδια στο βάζο
και τα σημάδια που δεν κατάλαβε
μα πώς, τόσο λίγη, τόσο άπιαστη η αγάπη...
πώς το πέτρινο βλέμμα να το εξηγήσει η ψυχή
ανελέητη μοίρα, απαρηγόρητη μνήμη
δεν έχει άλλη σαΐτα ο πόνος.
Αύριο, η δίψα του έκπτωτου Έρωτα να καίει στα χείλη
εκεί στα αρμυρίκια της ώχρας με τα χρώματα της συγχώρεσης
θα μεταλάβεις μέσα από τη συντριβή σου το φως
για να σωθείς από τις πληρεξούσιες αναμνήσεις... Αύριο.
Γέφυρα το φεγγάρι στα βαθιά νερά του Λιβυκού
ακόμη πιο ψηλά από την ενωμένη σιωπή του πόθου
εκεί που προπορεύονται του ονείρου, οι ψυχές
με τη στάχτη ακόμη στα χέρια εκπαιδευμένοι στην πλάνη
είδαμε τη θέα από την κόψη του γκρεμού
εξαντλήσαμε και εξαντληθήκαμε από την ελπίδα
ψηλαφώντας επίγειους θορύβους και σκιές φαντάσματα
αιχμάλωτοι στην απουσία του σύμπαντος.
Καταδικασμένες δοκιμασίες χωρίς καμιά βεβαιότητα ανάστασης
όλες οι λέξεις που είπαμε ήταν λάθος
όλοι οι δρόμοι που περπατήσαμε οδηγούσαν στο πρέπει
κι όμως, οι άνθρωποι όταν απογοητεύονται
...πρέπει να μιλούν περισσότερο
...πρέπει, να προχωρούν με το θάρρος του απαγορευμένου
...πρέπει... κι όχι επειδή πετύχαμε στο ταξίδι
αλλά επειδή πληρώσαμε ακριβά τα ναύλα για το ταξίδι... Ζωή.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!