Για την Α.

 

Είμαι εκείνο το γράμμα που δε θα διαβάσεις εύκολα ούτε και θα κρατήσεις

Θα το τσαλακώσεις και θα το πετάξεις βιαστικά στο καλάθι με τα σκουπίδια

Με ταχυδρόμο από τον Άδη αφήνω στην πολυτελή σου θυρίδα ένα δάκρυ

Με γραμματόσημο και σφραγίδα και σε φάκελο χρυσό έγραψα τον παραλήπτη

Δε θέλω να το σκουπίσεις τούτο το δάκρυ δε θέλω να το λερώσεις με τα χέρια

που λέρωσαν πριν καιρό το κορμί μου που σπαρτάραγε μπροστά σου

Δε θέλω να σε ψυχοπλακώσω και ούτε περιμένω να μου βρεις τη γαλήνη

Καλύτερη γαλήνη από αυτή που βρήκα εδώ δεν υπάρχει στο λέω με σιγουριά

Το ξέρω, είναι ιεροσυλία να το λέω αλλά προτιμώ να τριγυρνώ εδώ

ανάμεσα σε αγγέλους παρά να λερώνω τα φτερά μου στον κόσμο τούτο

Κι ας κράτησε για λίγο το πέταγμά μου στον απάνθρωπο κόσμο

Σαν το μπαμ που κάνει ένα μπαλόνι λίγες μέρες μετά το φούσκωμά του

Σαν εκείνο το μπαλόνι που δεν κράτησα ποτέ μου που δε μου πήρε κανείς

Γιατί έτσι απλά το δικό μου πέταγμα ένας τυχαίος κυνηγός το σταμάτησε

Τυχαίος ναι. Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Γέμισε βλέπεις ο κόσμος.

Από πολλούς τυχαίους που δε σταματάνε το θεριό αλλά το θρέφουν

Το θρέφουν με αθώους. Κι εκείνο γουργουρίζει λαίμαργα σαν ρουφά το αίμα

Και μεγαλώνει και πετά πάνω από τα σπίτια κι άλλων αθώων και ζητά και ζητά

αίμα από ανέγγιχτες ψυχές που ακόμα δεν συλλάβισαν τα γράμματα της ευτυχίας…

 

Ναι έτσι είναι. Και το ξέρεις. Μα κάνεις πως δε γνωρίζεις, πως δε βλέπεις.

Κι όσο δεν περνά έξω από το παράθυρό σου, όσο δεν παίζει στον κήπο σου

Όσο δεν απειλεί τις τριανταφυλλιές σου και την ησυχία σου δεν υπάρχει

Όχι διαλαλείς, δεν υπάρχει κανένα Τέρας. Μόνο ένα μαύρο σύννεφο λες.

Κοιτάζεις στον ουρανό και λες πως είναι μια μπόρα που θα περάσει

Και κλαίω από ψηλά που σε ακούω και εσύ γελάς με τη βροχή.

Και συνεχίζεις τη ζωή. Ποια ζωή; Εκείνη που εσύ ονομάζεις ζωή

Κι ας στέλνει ψυχές σαν κι εμάς εδώ κάτω να ξεπλένουμε τη δική σου ντροπή

Να λογοδοτούμε για σένα να πονάμε για σένα να μοιρολογούμε για σένα

εμείς που δε γευτήκαμε για πολύ το χάδι της μάνας που δεν είχαμε την τύχη

να γευτούμε ένα αποχαιρετιστήριο μοιρολόι γεμάτο δάκρυα και οργή

 

Ναι είμαι εκείνο το γράμμα που άπλωσε το παιδικό μου χέρι - ίσα που έφτανε -

στο γραμματοκιβώτιο και το έριξα με θυμό και παράπονο και θύμωσε ο αέρας

και σφράγισε την επιθυμία μου και την ευχή για να τα καταφέρει να φτάσει

σε ένα από τούτα τα τυχαία χέρια που κοκκίνισαν από το δικό μου αίμα

και κατάφεραν μετά να έχουν ύπνο ελαφρύ χωρίς πυρετούς και ουρλιαχτά

Αλίμονο στον κόσμο αυτό οι Ερινύες δεν έχουν καμία υπόσταση, καμία δύναμη

τζάμπα τα μαθήματα που διδάσκετε όλοι περί δικαιοσύνης και λοιπών αξιών

 

Στο στέλνω όχι για να με πενθήσεις ούτε για να κατεβάσεις το κεφάλι κάτω

δεν είσαι άξιος να κοιτάζεις το χώμα που πατάς, ούτε για να πενθήσεις είσαι

Δε μας πρέπει το θέατρο εμάς ούτε τα λόγια τα καταθλιπτικά των μεγαφώνων

σε εκείνες τις δήθεν γιορτές που θυμόσαστε εκείνους που πόνεσαν φριχτά

 

Μα ναι, στο στέλνω γιατί θυμήθηκα τον ποιητή που γνώρισα μια μέρα

εδώ πάνω στον Παράδεισο, το έλεγε και το ξαναέλεγε σαν μας έβλεπε

και κράταγε το κλαμένο του πρόσωπο και σφούγγιζε τα δάκρυά του

Να που με πένθησε και εμένα κάποιος, είπα σαν τον γνώρισα

Κι εκείνος τότε με ένα παράπονο μου είπε για ένα κορίτσι σαν κι εμένα

Και έτρεμαν οι λέξεις του και έτρεμε το σώμα και έτρεμα κι εγώ μαζί

 

Ναι αυτό το γράμμα είμαι, ένα γράμμα με ένα ποίημα αθώο και ένοχο

Που μαρτυρά τη δική σου ενοχή που έγδαρε τη δική μου αθωότητα

Ετούτο το γράμμα είμαι που στάζει αίμα από μια αγιάτρευτη πληγή

Που δε με άφησες να πω το σ’ αγαπώ, που δε με άφησες να χορτάσω

τα θαύματα που σκόρπισε ο θεός στη γη μαζί με εμένα την ίδια

 

Άκου λοιπόν τα λόγια από έναν ποιητή και προσπάθησε να φανείς

αντάξιος ετούτων των στίχων και να χαρίσεις το δάκρυ σου

και μια προσευχή σαν υπόσχεση πως θα πάψεις να θρέφεις το Τέρας

που ζει μέσα σου και τρώει τα σωθικά της καρδιάς σου στέλνοντάς σε

βίαια σε μια θλιβερή ανυπαρξία.

 

Γιατί κόσμος χωρίς εμάς δεν είναι κόσμος υπαρκτός…

 

Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
Ω, μην τρομάζετε καθόλου πού ‘μαι αθώρητη
Κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να ιδει

Εδώ και δέκα χρόνια, εδώ καθόμουνα
Στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
Κ’ είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα
Μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
Μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
Όλη-Όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
Την πήρε ο άνεμος κι’ αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
Κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
Τι το παιδί που σαν εφημερίδα κάηκε
Δεν μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
Φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
Έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
Και να μπορούν να τρώνε καραμέλες

Ναζίμ Χικμέτ – «Το μικρό κορίτσι»

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!