Πώς να μην είναι όμορφη η μέρα σου, όταν πρωτοαντικρίζεις τον υπέρλαμπρο ήλιο; Πώς να μην είναι όμορφη η μέρα σου, όταν ακούς το κελάηδημα των πουλιών; Πώς να μην είναι όμορφη η μέρα σου, όταν ακούς το τιτίβισμα των παιδιών από το γειτονικό σχολειό;
Κάθεσαι στο μπαλκόνι σου και ευφραίνονται τα μάτια και τα αφτιά σου με εικόνες και ήχους. Κάθεσαι στο μπαλκόνι και καμαρώνεις και εισπράττεις λίγη από την αγάπη που αντικρίζεις πρωί - πρωί.
Δύο αδελφάκια, δυο κοπελίτσες που τις φέρνει κάθε πρωί ο μπαμπάς ή η μαμά. Η μεγάλη πηγαίνει στην πρώτη Δημοτικού και η μικρή σε σταθμό ή νηπιαγωγείο. Σαν φτάνουν έξω από το σχολείο κι αφού η μεγάλη φιλήσει το γονιό, φιλά και τη μικρή - που θα πάει αλλού, σε άλλο οίκημα - η οποία μετά από μισό λεπτό τρέχει ξοπίσω από τη μεγάλη, αγκαλιάζονται, φιλιούνται και παίρνεις λίγη από τη ζεστασιά τους…
Ένα ζευγάρι, που εκείνος καθημερινά συνοδεύει την καλή του στη δουλειά της, άλλοτε με αυτοκίνητο κι άλλοτε με μηχανή. Αποβιβάζονται και οι δύο. Στέκονται εκεί για δέκα λεπτά περίπου. Εκείνος την καμαρώνει, σαν να είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του. Της φτιάχνει τα μαλλιά, το φόρεμα, την μπλούζα, τη ζακέτα - το χειμώνα - και τη φιλά με τρυφερότητα και λατρεία. Κι εκείνη, δεν πάει πίσω. Τον κοιτάζει στα μάτια, σαν να βλέπει ό,τι πιο αγαπημένο, λένε τις τελευταίες τους κουβέντες και με βία χωρίζονται. Εκείνος δεν φεύγει για την δική του δουλειά, αν δεν περάσουν κάποια λεπτά…
Μια οικογένεια που οι δύο γονείς φέρνουν τις πανέμορφες κόρες τους στο σχολείο. Εκείνος ψηλός, σαν στητό κυπαρίσσι κι εκείνη μετρίου αναστήματος, μα μ’ ένα υπέροχα λαμπερό χαμόγελο. Συνοδεύουν τα κορίτσια τους, που και τα δύο έχουν πάρει το μπόι του πατέρα, ο οποίος πότε κρατά στην αγκαλιά του τη μεγάλη και άλλοτε τη μικρή· το ίδιο κι η μάνα. Φτάνουν μέχρι έξω από το σχολείο, λένε τις τελευταίες τους κουβέντες και αγκαλιάζονται. Οι γονείς φιλούν τα βλαστάρια τους με περίσσεια τρυφερότητα και περιμένουν έξω από τα κάγκελα του σχολείου μέχρι να μπουν και οι δύο στις τάξεις τους. Με ήρεμες κι αγαπησιάρικες κινήσεις, όπως όταν έρχονται, απομακρύνονται για τις δουλειές τους μ’ ένα πλατύ χαμόγελο…
Όταν έχεις εικόνες με το “καλημέρα σας”, ξεχνάς τις δικές σου πίκρες. Ξεχνάς τη μοναξιά και τους μισεμούς σου, που τον τελευταίο καιρό συνειδητοποιείς πως είναι πάρα πολλοί· γονείς, παιδί, αδερφικοί φίλοι, δάσκαλοι ζωής, άνθρωποι με τους οποίους μοιράστηκες χαρές και λύπες, άνθρωποι που αγάπησες και εισέπραξες αγάπη. Ξεχνάς την οικονομική σου ανημποριά και την πολιτική σου δυσανεξία. Ξεχνάς αυτούς που σε έχουν πικράνει και προσπαθούν να σ’ εκμηδενίσουν. Ξεχνάς ό,τι σου μαυρίζει την ψυχή και τη ζωή σου και σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό, φωνάζεις με την ψυχή σου “Καλημέρα!” σε όλους και συνεχίζεις τη μέρα σου, κρύβοντας το γκρίζο που θέλει να σε καταβροχθίσει. Φοράς το πιο λαμπρό σου χαμόγελο και προχωράς. Για πόσο; Για όσο, φτάνει να είναι με χαμόγελο όλο καλοσύνη…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!