Κυριακή και η εκκλησία είναι γεμάτη κόσμο. Συγγενείς, φίλοι και γνωστοί, όλοι συγκινημένοι, όπως είχε γίνει και στην εξώδειο ακολουθία πριν από σαράντα μέρες περίπου.

Η Αλεξάνδρα, η κόρη της Άννας, που έχει το “γενικό πρόσταγμα”, στέκεται βράχος ακλόνητος και παρακολουθεί να γίνουν όλα καταπώς αρμόζουν στην υστεροφημία αυτής της γυναίκας. Η μητέρα της υπήρξε ένας άνθρωπος που, από τότε που θυμάται τον εαυτό της, έκανε ό,τι μπορούσε να τους έχει όλους ευχαριστημένους και χαρούμενους. Ποτέ δεν την είχε ακούσει να παραπονιέται για το οτιδήποτε, ακόμη και όταν αυτός με το δρεπάνι μπήκε στο σπίτι της και άδραξε βίαια την πνοή του παλληκαριού της και αργότερα του κύρη της.

Η Αλεξάνδρα πήγαινε στο Δημοτικό τότε που ο Αλέξανδρος, ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδελφός της, χτύπησε στο ποδόσφαιρο και μέσα σε μια βδομάδα έφυγε, σκορπίζοντας πόνο και οδύνη.

Ο Αλέξανδρος είχε γραφτεί στην νεανική ποδοσφαιρική ομάδα της γειτονιάς  και τον θεωρούσαν “ανερχόμενο αστέρι”, όπως έλεγε συχνά-πυκνά ο προπονητής του. Το χτύπημά του σ’ εκείνον τον αγώνα ήταν κάτι σύνηθες, αλλά επειδή το βράδυ δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει, τον πήγαν στο νοσοκομείο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που η μικρή τότε Αλεξάνδρα δεν μπορούσε να τα παρακολουθήσει. Της είπαν οι δασκάλες και οι συγγενείς πως τώρα ο αδελφός της θα την προσέχει καλύτερα και θα είναι ο φύλακας άγγελός της. Και δεν πρόλαβε να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσαν, στον χρόνο πάνω χάθηκε και ο πατέρας, συγκοπή είπαν.

Δυο χτυπήματα απανωτά και η Αλεξάνδρα αναγκάστηκε να μεγαλώσει απότομα, όσο η Άννα στεκόταν βράχος. Ποτέ δεν είχε δει ή ακούσει την μητέρα της να κλαίει ή να παραπονιέται. Πάντοτε ήρεμη. Πήγαινε καθημερινά στο κοιμητήριο και τα Σάββατα με την Αλεξάνδρα, εφόσον το ήθελε. Ποτέ δεν την πίεσε να κάνει κάτι που δεν ήθελε. Η Αλεξάνδρα θυμάται την μάνα της μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο και μια μεγάλη αγκαλιά για όλους, ακόμα και για ανθρώπους που δεν γνώριζε.

“Πού τον ξέρεις;” ρωτούσε η μικρή όταν η Άννα καλημέριζε κάποιον στον δρόμο.

“Η καλημέρα είναι του Θεού, παιδί μου. Κι όταν φέρεσαι ευγενικά και με καλοσύνη στον άλλον, είναι αν να τον αφοπλίζεις, εάν έχει κακό στο μυαλό του…”

Τέτοια της έλεγε κι έκανε η Άννα. Κι όπου μπορούσε να βοηθήσει, το έκανε χωρίς να την αντιλαμβάνεται κανείς, ούτε και η κόρη της.

“Ποιος είναι αυτός;” αναρωτιέται η Αλεξάνδρα, όταν βλέπει ένα κύριο καλοντυμένο, στην ηλικία της Άννας περίπου, να κλαίει σιωπηλά. Τραντάζονταν οι ώμοι του και τα μάτια του έτρεχαν, δεν προλάβαινε να τα σκουπίσει.

Ναι, ναι, τον θυμάται και στην κηδεία. Έφυγε από τους τελευταίους και όταν πήγε να την χαιρετήσει…

“Μου επιτρέπετε να σας αγκαλιάσω;” της είπε. “Της μοιάζετε τόσο πολύ…” ψιθύρισε στο αφτί κι ένας λυγμός του ξέφυγε.

Απομακρύνθηκε σχεδόν βίαια από το αγκάλιασμα κι έφυγε σαν κυνηγημένος.

“Να ‘τος πάλι. Πρέπει να μάθω ποιος είναι. Πρέπει…”

Τελείωσε το τελετουργικό κομμάτι και για άλλη μια φορά ο ιερέας είπε όμορφα λόγια για την Άννα…

Η αυλή της εκκλησίας, όπως και οι δύο αίθουσες που διέθετε ο ναός, ήταν κατάμεστες. Οι γυναίκες του Φιλόπτωχου με τους καφέδες στα χέρια πήγαιναν κι έρχονταν και η Αλεξάνδρα αντί να πάει στο τραπέζι των συγγενών, όπου ήταν η αδελφή της Άννας και ο αδελφός του πατέρα της με τις οικογένειές τους, έμεινε στην αυλή και περίμενε μήπως συναντήσει αυτόν τον άγνωστο.

“Δεν μπορεί. Κάπου θα είναι. Τον έχασα μέσα στον κόσμο…”

Έφυγαν και οι τελευταίοι και ο άγνωστος πουθενά…

“Μα γιατί; Γιατί έφυγε;…”

“Θα έρθεις;” την πλησιάζει η Δημήτρης, ο ξάδελφός της.

“Ναι. Προχωρήστε εσείς και σε μισή ωρίτσα θα είμαι εκεί…” του είπε βιαστικά, ενώ κρατούσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της στο χέρι.

“Θυμάσαι πού είναι η ταβέρνα;”

“Λες να τα έχω χάσει τόσο πολύ; Εγώ δεν συνεννοήθηκα;”

“Σε βλέπω σαν χαμένη, γι αυτό…”

“Καλά είμαι. Μην μου ανησυχείς. Προχωρήστε κι έρχομαι. Δεν θ’ αργήσω…”

Κοιτάζει δεξιά-αριστερά μήπως είναι κάπου αυτός ο άγνωστος, μήπως δεν τον είχε προσέξει, και μπαίνει στο αυτοκίνητο. Οι δρόμοι δεν έχουν κίνηση  και σε πολύ λίγο φτάνει στο κοιμητήριο.

“Α, εδώ μου είσαι;…” ψιθυρίζει, καθώς πλησιάζει στο μνήμα όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Δεν ήθελε να τον τρομάξει.

Ο Άγνωστος στέκεται μπροστά και τώρα κλαίει γοερά, γι’ αυτό και δεν αντιλαμβάνεται την Αλεξάνδρα.

“Σας παρακαλώ, πες τε μου ποιος είστε και τι σας δένει με την μητέρα μου που δεν το γνωρίζω…”

“Θα σου πω, κορίτσι μου…” ψιθυρίζει εκείνος, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. “Όχι, όμως, εδώ, σε παρακαλώ…”

“Επειδή με περιμένουν για το καθιερωμένο τραπέζι, δεν πρέπει ν’ αργήσω. Θέλετε να έρθετε, να πιούμε ένα ποτήρι κρασί για την Άννα μας;” τονίζοντας αυτό το “μας” και του χαμογελάει. “Και μετά έχουμε όσο χρόνο θέλετε…”

“Μα πώς θα ‘ρθω;”

“Μη σας νοιάζει. Θα το τακτοποιήσω εγώ… Σας υπόσχομαι πως δεν θα νοιώσετε άβολα.” και τον πιάνει από το χέρι.

“Ένας φίλος από τα παλιά που είχαμε χαθεί…” είπε σαν έφτασαν στην ταβέρνα και τον έβαλε να καθίσει δίπλα της, για να προλάβει τις όποιες αδιάκριτες ερωτήσεις.

Στην διαδρομή τής είχε πει πως λέγεται Παύλος και πως τα υπόλοιπα θα τα πούνε σαν θα μείνουν μόνοι τους.

Άρχισε να σουρουπώνει, οι συγγενείς και οι λιγοστοί φίλοι άρχισαν να φεύγουν από την ταβέρνα και η Αλεξάνδρα, σαν έμειναν οι δυο τους, αποφάσισε να πάνε στο σπίτι της. Ο Παύλος όχι μόνο δεν αρνήθηκε, αλλά αυτή ήταν και η κρυφή του επιθυμία: να βρεθεί στον χώρο της Άννας…

“Ελάτε, περάστε…” του είπε σαν άνοιξε την πόρτα.

Τα μάτια του Παύλου γέμισαν δάκρυα, περνώντας το κατώφλι που ζούσε εκείνη, η Άννα “του”…!

“Να μιλάμε στον ενικό;” μπόρεσε να ψελλίσει σαν στάθηκε στην μέση του σαλονιού.

“Καμμία αντίρρηση. Λίγο δύσκολο, βέβαια, αλλά θα προσπαθήσω. Πάω να φτιάξω καφέ. Ελληνικό να υποθέσω;”

“Ναι. Σκέτο… Ευχαριστώ…”

“Τέλεια. Κι εγώ έτσι τον πίνω!…”

Ο Παύλος στάθηκε μπροστά στις φωτογραφίες σαν έμεινε μόνος. Η Άννα, ο Δημήτρης ο “αντίζηλος”, ο Αλέξανδρος και η μικρή Αλεξάνδρα. Στιγμές ευτυχίας που δεν προμήνυαν την εξέλιξη… Πιο πέρα ήταν μια φωτογραφία της Άννας, πιο πρόσφατη και η οποία βρισκόταν και στο μνήμα. Με τα ακροδάχτυλά του χάιδεψε το πρόσωπό της και δυο δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του.

“Έτοιμα και τα καφεδάκια… Και λίγο κέικ αν μας πέσει το ζάχαρο…” γέλασε η Αλεξάνδρα, σπάζοντας την εκκωφαντική σιωπή που πλημμύριζε το δωμάτιο. “Να καθίσουμε;…”

Ο Παύλος με αργά βήματα πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα, δίπλα στον καναπέ που στεκόταν η Αλεξάνδρα.

“Μπορώ να καπνίσω;” την ρώτησε.

“Επιβάλλεται…” χαμογέλασε το κορίτσι, ανάβοντας πρώτη εκείνη τσιγάρο και χωρίς να πει κάτι άλλο, έφερε στο τραπεζάκι την φωτογραφία της Άννας. “Αυτήν μπορείς να της κρατήσεις…” του είπε.

“Ευχαριστώ… Σ’ ευχαριστώ πολύ!…”

“Είμαι όλο αυτιά… Μόνο μία ερώτηση θα κάνω και θέλω την αλήθεια…”

“Σ’ ακούω…”

“Υπήρξατε ποτέ ζευγάρι με την Άννα;” και κάρφωσε την ματιά της πάνω του.

“Πώς μπορείς να σκεφτείς κάτι τέτοιο;”

Το πρόσωπό του μεμιάς σκλήρυνε. Σαν να τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Την κοίταξε κατάματα και πολύ αυστηρά της είπε “ΠΟΤΕ”.

“Τι να σκεφτώ η δόλια; Βλέπω έναν άγνωστο άντρα τόσο στην κηδεία, όσο και σήμερα, να σπαράζει στο κλάμα, τι έπρεπε να σκεφτώ;”

“Λοιπόν, για να σου λύσω όλες τις απορίες, θα πάρω τα πράγματα από την αρχή. Από τούτη εδώ την γειτονιά μας στον Πειραιά…”

Ανάβει τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν, πίνει μια γουλιά καφέ και προσπαθεί να “αποκαταστήσει” την μνήμη της Άννας.

“Με τον Δημήτρη, τον πατέρα σου, ήμαστε συμμαθητές, φίλοι και μακρινοί συγγενείς. Μαζί στις αυλές, μαζί στο σχολείο, μαζί στις αλάνες, μαζί στις σκανταλιές, σε όλα μαζί. Η Αννούλα ήταν η πιο μικρή της παρέας. Ερχόταν με την αδελφή της, την θεία σου την Λέλα που δεν με αναγνώρισε σήμερα…” χαμογέλασε. “Η Λέλα ήταν το αγοροκόριτσο της παρέας. Ήταν μέσα σε όλα. Ποδόσφαιρο, κλέφτες κι αστυνόμους -πάντα κλέφτης εκείνη- και στις σκανταλιές ακόμη. Από τότε όλοι νομίζαμε πως αγαπούσε τον Δημήτρη, γι’ αυτό κι ερχόταν. Τον πειράζαμε μάλιστα, εγώ περισσότερο!… Η μικρή, όμως, η Αννούλα, ήταν το κρινάκι της παρέας. Γαϊδουράγκαθα εμείς, κρινάκι μοσχομυριστό εκείνη. Τι ζητούσε η Άννα και δεν γινόταν αμέσως. Χίλια κομμάτια γινόμαστε να της το φέρουμε. Καραμέλες, σοκολάτες, παγωτό, τόπι, ό,τι κι αν ζητούσε, εμείς τρέχαμε να εκπληρώσουμε την επιθυμία της. Και αλίμονο αν κανένα παιδί την στενοχωρούσε…, πέφταμε να το φάμε…”

Τα έλεγε σαν να τα ζούσε εκείνη τη στιγμή. Χαμογελούσε, θύμωνε, έσφιγγε τις γροθιές του και το πρόσωπό του είχε πάρει μια πολύ όμορφη και συνάμα άγρια έκφραση…

“Μεγαλώναμε όλοι μαζί, μια γροθιά, και είχαμε γίνει οι σωματοφύλακες της Αννούλας. Πολλές φορές η Λέλα μας μάλωνε. Μας έλεγε πως την κακομαθαίναμε… Και μεγάλωνε η μικρή μας και ήταν το τελείως αντίθετο από την αδελφή της… ή ίσως εμείς την βλέπαμε έτσι… Γιατί, όπως αποδείχτηκε αργότερα, η Άννα, η Αννούλα μας, έκρυβε τρομερή δύναμη…”

“Θέλεις να πεις πως ξέρεις για την ζωή της…, για τον αδελφό και τον πατέρα μου;”

“Ποτέ δεν έπαψα να είμαι στο πλευρό της… Όχι, όχι, μην πάει το μυαλό σου σε άλλα μονοπάτια. Ήμουν πάντα η σκιά πίσω της…”

“Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω… Πώς;… Γιατί;…”

“Η Άννα για μένα ήταν, είναι και θα είναι το μοναδικό κορίτσι, η μοναδική γυναίκα που αγάπησα… Αρκετές φορές προσπάθησα να δημιουργήσω κάποια σχέση, αλλά εκεί έμενε… Δεν μπόρεσε καμμία γυναίκα να πλησιάσει αυτό που ήταν η Άννα για μένα.”

“Συγγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο υγιές. Είναι όμορφο, τρυφερό, δεν λέω, αλλά… Συγγνώμη κιόλας…”

“Μην ζητάς συγγνώμη. Κι εγώ το είχα σκεφτεί και ζήτησα βοήθεια, αλλά το αποτέλεσμα, στην πράξη, ήταν πάντα το ίδιο… Κάποια στιγμή είχα γνωρίσει μια πολύ καλή κοπέλα, την Μαρίνα και πίστευα πως είχα γιατρευτεί, αλλά… γίνεται το κακό με τον αδελφό σου… Αυτό ήταν και το τέλος αυτής της σχέσης. Της είχα πει, της είχα εξηγήσει τι σήμαινε η Άννα για μένα και δικαιολογημένα κατ’ εμέ, δεν θέλησε να συνεχίσουμε. “Αρνούμαι να ζω κάτω από την σκιά της Άννας σου που δεν είναι και δική σου”, μου είχε πει. Από τότε δεν την ξαναείδα. Αργότερα έμαθα πως παντρεύτηκε και χάρηκα πολύ.”

“Και πάλι δεν καταλαβαίνω.”

“Σαν μεγαλώσαμε, τελειώσαμε σχολείο και στρατό, η Άννα μας διάλεξε τον Δημήτρη. Έτσι εγώ έκανα πίσω. Σχεδόν εξαφανίστηκα από την ζωή τους με διάφορες δικαιολογίες. Άλλαξα γειτονιά, όσο πιο μακρυά μπορούσα. Πάντοτε, όμως, γύριζα στην αλάνα μας, που την θέση της έχει πάρει πια μια πολυκατοικία. Είχα και κάποιους γνωστούς με τους οποίους επικοινωνούσα και μάθαινα τα νέα της γειτονιάς…”

“Η μαμά δεν ήξερε; Ούτε ο μπαμπάς μου;”

“Όχι, βέβαια. Πώς είχα το δικαίωμα να τους συννεφιάσω τον καταγάλανο ουρανό που τους σκέπαζε; Η πρώτη φορά που τους συνάντησα μετά από τόσα χρόνια, και δεν ξέρω αν με αναγνώρισαν, ήταν στο κατευόδιο του Αλέξανδρου… Ο Δημήτρης ήταν χαμένος και η Άννα προσπαθούσε… Πολύς ο πόνος… Αβάσταχτος…”

“Αν θέλεις να σταματήσουμε… Ας πούμε κάτι άλλο…” τον σταμάτησε όταν τον είδε να πιάνει το στήθος του. “Να σου φέρω μια λεμονάδα;”

“Όχι, όχι, καλά είμαι. Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Το έχω ελέγξει, μην ανησυχείς, κορίτσι μου…” και το είπε με τόση γλύκα!… “Στον χαμό του Δημήτρη” συνέχισε αφού ήπιε μια γουλιά νερό, “ήμουν πάλι εκεί, κοντά της. Η σκιά της. Τότε ήταν που τόλμησα να της ζητήσω το τηλέφωνό της και αν μπορούσα να την παίρνω πότε-πότε, μην και χρειαζόταν τίποτα. Της έδωσα και το δικό μου. Από τότε γύρισα στο πατρικό μου. Είναι δυο τετράγωνα πιο κάτω…” είπε και της έδειξε τον δρόμο.

“Αμ τώρα εξηγούνται όλα. Γιατί μου φάνηκε γνωστή η φυσιογνωμία σου, αλλά δεν μπορούσα να την προσδιορίσω…”

“Ναι, πολλές φορές έχουμε συναντηθεί, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να σε πλησιάσω, να σου μιλήσω… Δίσταζα… Της μοιάζεις τόσο πολύ, που σαν σε έβλεπα, λύγιζαν τα γόνατά μου…”

“Μετά από τόσα χρόνια;…”

“Ναι, μετά από τόσα χρόνια. Γιατί για μένα τίποτα δεν έχει αλλάξει. Την έπαιρνα δυο-τρεις φορές τηλέφωνο τον μήνα, απλά, για να την ακούω… Ποτέ, μα ποτέ δεν τόλμησα να της εκμυστηρευτώ αυτό που ένοιωθα για κείνη. Ποτέ. Ήταν τόσο αξιοπρεπής και περήφανη, που αν το έκανα, είμαι βέβαιος πως δεν θα ήθελε ούτε την καλημέρα μου και αυτό θα με σκότωνε…”

“Καλά, ο πατέρας μου δεν ήξερε; Αφού ήσαστε τόσο φίλοι, δεν του είχες αποκαλύψει το πώς ένοιωθες για την Άννα;”

“Όσες φορές προσπάθησα, κάτι μου έλεγε εκείνος αντίστοιχο κι εγώ χανόμουν… Δεν τόλμησα ποτέ, ειδικά όταν κατάλαβα πως ήταν ζευγάρι, να πω κουβέντα. Πήγα στον γάμο τους κι από κει κι ύστερα, λίγο-λίγο, μέρα με τη μέρα, προφασιζόμενος διάφορα, άρχισα να αραιώνω, μέχρι που μετακόμισα, όπως σου είπα. Εξαφανίστηκα από την ζωή τους. Και δεν το άντεχα, αλλά και φοβόμουν μην προδοθώ…”

“Θέλεις να μου πεις πως όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέρει κανείς το μυστικό σου;”

“Ακριβώς. Κανείς. Τώρα το μαθαίνεις κι εσύ, όπως το έμαθε η Άννα την άλλη μέρα που πήγα στο μνήμα. Εκεί της τα εκμυστηρεύτηκα όλα… Και αν δεν με πλησίαζες εσύ, θα το έπαιρνα μαζί μου στον τάφο.”

“Μου επιτρέπεις τώρα εσύ να σου κάνω μια μεγάλη αγκαλιά;” και τον πλησιάζει.

“Και το  ρωτάς;” σηκώνεται κι εκείνος με ανοιχτά τα μπράτσα, συγκινημένος.

Αυτή η αγκαλιά ήταν και για τους δυο τους το καλύτερο φάρμακο, αλλά και η υπογραφή, η σφραγίδα πως από δω και πέρα θα είναι οι δυο τους οικογένεια.

“Πατέρας-κόρη..” ας πούμε…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια