Ο Δράκων ο Μέγας
Κι επιτέλους,αψηφώντας τον παλιό μου δράκο,αψηφώντας και τον φόβο μου τον πιο κρυφό μου,έβαλα πλώρη για ποτάμια τρυφερά,ποτάμια που έσταζαν σαν μέλι της συκιάς,μέλι,χελιδόνι,μα σ’ εμέναμαζεμένα τα…
Κατηγορία
3,281 ποιήματα · σελίδα 3 από 165
Κι επιτέλους,αψηφώντας τον παλιό μου δράκο,αψηφώντας και τον φόβο μου τον πιο κρυφό μου,έβαλα πλώρη για ποτάμια τρυφερά,ποτάμια που έσταζαν σαν μέλι της συκιάς,μέλι,χελιδόνι,μα σ’ εμέναμαζεμένα τα…
Ότι ήταν τα δικά σου μάτια αυτά που θέλω να βλέπω όταν ξυπνώ.
Όταν θα φύγεις,δεν θα βρίσκωχρόνο και τόπογια να πεθάνω·γιατί ο χρόνος,γιατί ο τόπος,μαύρος ποταμός,στέρεψε μακριά σου.
Δεν γεννηθήκαμε στη Γη -μας τράβηξε η βαρύτητααπ’ τα σκοτεινά νεφελώματα,το άγνωστο μας ψιθύρισεκαι γίναμε σώμα.
Η Κυρία που ερωτεύτηκα ομνύει σε ευφημισμούς:Ποιήτρια, στιχοπλόκος, λογοτέχνις.
Και αν ρωτήσουν,Δεν υπάρχει τίποτα πιο κακόγουστοΑπό τους φθινοπωρινούς έρωτες.
Ο Θεός στη φύση βρίσκεταιΌχι απαραίτητα σε κτίσµα ιερόΕκεί έξω πρέπει να προσεύχεσαιΣτα δέντρα, στον αγερα, στο νερό.
Τις κακόηχες παρηχήσεις,Τα ρω, τα υγράΤις ζαβλακώδεις εναλλαγέςΤις κισσώδεις κλιμακώσειςΤις επιτηδευμένες παραλήψειςΤις μηρυκαστικές ενθέσεις.
Η άνοιξη — σημείο τομής.Δεν έρχεται· ξυπνά,μια νύχτα κατανυκτική,
Βλέπω τη ζωή να ξυπνά μέσα σε οργανισμούς μη ορατούς με γυμνό μάτι. Βλέπω τριακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν, όταν ο Homo Sapiens ακόμα προσπαθούσε. Βλέπω τη Γη ως έναν διαφορετικό οργανισμό όπως τα…
Εμείς, οι αφορισμένοι των λέξεων,γεννηθήκαμε απ’ τη ρωγμή του κόσμου —όχι για να τον ερμηνεύσουμε,μα για να τον γκρεμίσουμε με ένα βλέμμα.
Η αυλή της γιαγιάς ήταν ένας μικρός ζωολογικός κήπος, γεμάτος με κουνέλια, κότες,γαλοπούλες και δύο κόκορες: έναν λευκό κι έναν μαύρο. Κάθε καλοκαίρι ήμουν εκεί.Όλα τα πρωινά, ο λευκός κόκορας με…
Όμορφη εσύ κόρη, θρέμμα που το γιαλό για σε παντοτινή τής γαλήνης σου, όταν αποζητάς και επιθυμείς, γωνία.
Απόψε έβρεξε…Είχε τρεις μήνες να βρέξει,ένα ολόκληρο καλοκαίρι,και η φύση, σαν να βρίσκεται σε οργασμό,αναδύει απ' το χώμα της ένα άρωμα βρεγμένης λύτρωσης,όπως ακριβώς το βρεγμένο πάνω στο σώμα σου…
Σβησμένη η λάμψηκάποιων γυναικών —όχι από σκοτάδι,ούτε από τον χρόνο,από οικεία χέρια.
Το ξέρω, καθώς νιώθω τον αέρα να ανεμίζει στα καστανά μαλλιά μου.