η μητέρα
Και εννοούσα βέβαια τον χειμώνα που κουβαλούσα στις τσέπες μου
Κατηγορία
3,281 ποιήματα · σελίδα 5 από 165
Και εννοούσα βέβαια τον χειμώνα που κουβαλούσα στις τσέπες μου
Στα σαλόνια που λάμπουν από φως δανεικό,οι πολυέλαιοι μιμούνται τ’ αστέρια,οι νότες ντύνονται σιωπές μεταξωτέςκαι χορεύουν με τις σκιέςσαν ψίθυροι παγωμένου χρόνου.
Μας έμαθαν ευθείες.Να προχωράμε «μπροστά»,να κοιτάμε «ψηλά»,να στοχεύουμε «ευθεία».
Η ιστορία του αετού — του πλάσματος που καλείται, στα μέσα της ζωής του, να επιλέξει ανάμεσα στην επιβίωση και την αναγέννηση — αποτέλεσε για μένα έναν βαθύ υπαρξιακό καθρέφτη.
Δεν έχω όμορφα λόγια απόψε, να σου γράψωδεν έχω ωραία λόγια απόψε, να σου πω.Πάλι για πόλεμο, ακούω στις ειδήσειςη μελαγχολία, κατακλύζει τις αισθήσεις.Κλείνω τα μάτιααπό την θλίψη να κρυφτώ.
Δοξασίες παγανιστικές, ένστικτα αρχαϊκά, θυμίσεις προϊστορικές.
Σύσσωμος χαροπάλευες με κύματα φεγγάρια και τρικυμίες άστρων.
Εκείνη τους ακούει∙ ξέρει πως δε θα μπορούσε να σταματήσει τον θεό,
Σκέψεις που σε υποβάλλουν συνεχώς σε ένα ατελείωτο κυνήγι απαντήσεων.