Η μπαλωματού
Στη γωνία του θεάτρου, η Αλεξάνδρα δεν χειροκροτεί. Το έργο τελείωσε. Ο κόσμος σηκώνεται. Πάει τα πόδια της στο πλάι μηχανικά για να περάσουν οι διπλανοί. Κρατά τη τσάντα αγκαλιά. Τα δάχτυλα σφίγγουν…
Αρχική › Δημιουργοί › Τ › Μάχη Τζουγανάκη
Δημιουργός
Στη γωνία του θεάτρου, η Αλεξάνδρα δεν χειροκροτεί. Το έργο τελείωσε. Ο κόσμος σηκώνεται. Πάει τα πόδια της στο πλάι μηχανικά για να περάσουν οι διπλανοί. Κρατά τη τσάντα αγκαλιά. Τα δάχτυλα σφίγγουν…
Την βρήκα δυο τετράγωνα πέρα από το σπίτι μου. Πετάγαμε μαζί τα σκουπίδια μας. Τόσο πεζό. Καθημερινό και βρώμικο. Ήταν καλοκαίρι. Φόραγε μια κοντή μαύρη ρόμπα σατέν πάνω από το εμπριμέ νυχτικό της.…
Το ρολόι χτυπά. Ο Άκης σηκώνεται σαν ελατήριο. Περπατά στα σκοτεινά και αρπάζει τα ρούχα από τη στοίβα. Ένα εσώρουχο από το συρτάρι, φανέλα και κάλτσες και καρφί για την τουαλέτα. Ρίχνει όσο πιο πολύ…
-Από τώρα να εξηγούμαστε. Δεν θα έχει συνέχεια. -Γιατί; -Γιατί αυτός είναι ο όρος μου -Βάζεις πάντα όρους; -Πάντα -Γιατί; -Γιατί προτιμώ να αντέχω -Από τι; -Από το να μην αντέχω -Δεν καταλαβαίνω -Δεν…
Μια φορά και έναν καιρό, από εκείνους τους περίεργους καιρούς που κανείς δεν ξέρει τι θα ξημερώσει και πώς, μια ιστορία -αυτή που θα σας πω- ξεκίνησε κάπου εδώ, σε μια παραλία άκρως τουριστική. Από…
-Και πού να ξέρω εγώ; Μάντης είμαι; Ή μου δίνει αναφορά για το πού θα πάει κάθε φορά!
Καθόμασταν αρκετή ώρα στο πεζούλι αντικριστά. Εκείνος έπλεκε τα δάχτυλα των χεριών του με σκυμμένο το κεφάλι κι εγώ χάζευα πώς κοκκίνιζε το ρολόι του Κυρρήστου στην Πλάκα... από το όμορφο…
-Τον γνωρίζατε; τη ρώτησε με μια δυνατή φωνή ένας κύριος κοντά στα 55 με μαύρο κουστούμι περιμένοντας ανυπόμονα να γυρίσει προς το μέρος του.
από έναν άνεμο που όνομα δεν του έχω δώσει, μα ούτε και μορφή...
Στο άσπρο χωριουδάκι, μικρό σαν κουφέτο, η καμπάνα χτυπά. Η γιαγιά μου αφήνει την κατσαρόλα και κάνει το σταυρό της. «Κάνε κι εσύ» μου διατάζει το βλέμμα της. Αφήνω το παιχνίδι μου και κάνω κι εγώ…
Δε θα προλάβουμε καν να ξεντυθούμε. Θα βουτήξουμε στο μπλε. Με μια ανάσα. Δίχως ανάσα. Θα μας πούνε νεκρούς. Θα μας κάνουν τελετές. Κι εσύ και εγώ θα γελάμε. Ένα πλοίο στο βυθό, σπίτι καινούριο. Με…
Είναι και εκείνες οι μέρες που μου λείπεις. Αρπάζω ό,τι βρω μπροστά μου και απασχολώ το μυαλό. Είναι οι ώρες εκείνες που μπορώ να κάνω το οτιδήποτε. Και να μη μου αρκεί. Μπορώ να φύγω με το…
Την είδα να περνά από μπροστά μου. Σηκώθηκα και την ακολούθησα.
Απρογραμμάτιστα σε ποθώ. Δυαδικά σου ανήκω. Ένα σώμα έχω γεμάτο από καλώδια κι όμως ιδρώνει στη σκέψη σου. Αναβοσβήνουν οι λυχνίες μου σε ένα κύκλωμα που ασθενεί. Μια νοητή σειρά αλγοριθμική,…
Έτρεχα πανικόβλητος στο δρόμο. Έπρεπε να την προλάβω. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα και από τα βήματά μου. Πιο γρήγορα και από τα λαχανιάσματά μου.
Ο κύριος Αριστείδης κατηφόριζε το στενό με την ξύλινη μαγκούρα του. Ίδια ώρα, κάθε απόγευμα, λίγο μετά το μεσημεριανό του ύπνο. Ο κυρ- Ανέστης, ο ιδιοκτήτης του καφενείου της γειτονιάς, είχε ήδη…
Η Ναταλία γεννήθηκε στις 8 του Οκτώβρη μεσημεράκι. Τυλίχτηκε σε ένα ροζ κουβερτάκι με κεντημένο το μονόγραμμά της και λίγες μέρες μετά γύρισε με τους γονείς της σπίτι. Στο νέο της σπίτι. Όχι τόσο…
-Τι εννοείς; Τα αυτάκια μου δεν τα λυπάσαι; Το κεφάλι μου; Την ηρεμία μου;
Τα μικρά ξωτικά μαζεύτηκαν απορημένα και ανήσυχα έξω από το εργοστάσιο του Άγιου Βασίλη. Ένα χρόνο πάλεψαν για αυτά τα παιχνίδια με κόπο, χαρά και φαντασία. Αλλά βλέπεις Τρόικες, Δντ, μνημόνια και…